top of page
P9290997.JPG

Η ΧΙΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

Αγαπητοί φίλοι από την Καταλονία, αγαπητοί φίλοι της ποίησης, σας καλωσορίζουμε στη Χίο και σας ευχαριστούμε που βρίσκεστε σήμερα μαζί μας.

Η σημερινή μας συνάντηση είναι αφιερωμένη στη χιακή ποίηση. Μέσα σε είκοσι λεπτά δεν είναι δυνατόν να αναφέρουμε όλους τους ποιητές ούτε να παρουσιάσουμε αναλυτικά το έργο τους. Θα σταθούμε σε βασικούς σταθμούς και θα δούμε πώς η ποίηση της Χίου συνομιλεί με σημαντικά λογοτεχνικά ρεύματα της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Δεν θα ακολουθήσουμε μόνο χρονολογίες και ονόματα. Θα δούμε τι αλλάζει σε κάθε εποχή, όσον αφορά τη γλώσσα, τα θέματα και τους τρόπους έκφρασης. Οι παραλληλισμοί που θα ακολουθήσουν δεν σημαίνουν πάντοτε άμεση επίδραση. Όπου δεν υπάρχει σχετική μαρτυρία, μιλάμε για κοινές τάσεις και ποιητικές συγγένειες.

1. Από την αρχαιότητα στη χιακή ρίμα

Η σχέση της Χίου με την ποίηση ξεκινά από την αρχαιότητα. Η παράδοση συνδέει το νησί με τον Όμηρο, αν και δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ήταν Χιώτης. Ισχυρή όμως είναι η παρουσία των Ομηρίδων, των ραψωδών που απήγγελλαν και μετέδιδαν τα ομηρικά έπη. Ανάμεσά τους αναφέρεται ο Κύναιθος ο Χίος, που έζησε πιθανότατα τον 6ο ή τον 5ο αιώνα π.Χ.

Ο σημαντικότερος επώνυμος Χιώτης ποιητής της αρχαιότητας είναι ο Ίων ο Χίος, που έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ., περίπου από το 490 έως το 420 π.Χ. Έγραψε τραγωδίες, λυρικά ποιήματα, διθυράμβους και ελεγείες. Στην αρχαία χιακή ποίηση ανήκει και ο Λικύμνιος ο Χίος, διθυραμβικός ποιητής και ρήτορας του 4ου αιώνα π.Χ., τον οποίο αναφέρει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του. Από το έργο τους σώζονται μόνο αποσπάσματα.

Σε ένα σωζόμενο απόσπασμά του από την τραγωδία του «Αλκμήνη» λέει:

             τὸ γνῶθι σαυτὸν τοῦτ’ ἔπος μὲν οὐ μέγα, 

             ἔργον δ’ ὅσον Ζεὺς μόνος ἐπίσταται θεῶν.

 

 Και σε απλή απόδοση:

Το «γνώρισε τον εαυτό σου» είναι μικρή φράση,
αλλά έργο που μόνο ο Δίας μπορεί να κατορθώσει.

Ανάμεσα στην αρχαιότητα και στη νεότερη εποχή δεν υπάρχει απόλυτη σιωπή. Χαρακτηριστική μορφή του 18ου αιώνα είναι ο Θωμάς ΣτανίσλαοςΒελάστης, που γεννήθηκε στη Χίο το 1717. Ήταν Ιησουίτης, λόγιος και ποιητής και έγραφε στα λατινικά, στα ιταλικά αλλά και στο χιακό ιδίωμα. Στο έργο του συναντιούνται η θρησκευτική και διδακτική ποίηση, το θέατρο, η δυτική παιδεία και η τοπική γλώσσα.

Η ανώνυμη λαϊκή δημιουργία εμφανίζεται καθαρά στη χιακή ρίμα. Πρόκειται συνήθως για έμμετρη αφήγηση σε ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Οι ριμαδόροι ήταν άνθρωποι της καθημερινής ζωής: ναυτικοί, αγρότες, τεχνίτες και έμποροι. Έγραφαν στη γλώσσα του κόσμου, με χιώτικες λέξεις και εκφράσεις, για ιστορικά γεγονότα, καταστροφές, πολέμους, έρωτες, οικογενειακές ιστορίες και αστεία περιστατικά.

Έτσι οι ρίμες διατήρησαν όχι μόνο τα γεγονότα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα έζησε η τοπική κοινωνία. Ο Κώστας Αμπανούδης αποκαλεί τους ανώνυμους ριμαδόρους «νεότερους Ομηρίδες», επειδή μετέδωσαν τη συλλογική μνήμη μέσα από την έμμετρη αφήγηση.

Η ρίμα ήταν μαζί είδηση, σχόλιο, ψυχαγωγία και μνήμη. Ο έμμετρος και ομοιοκατάληκτος λόγος απομνημονευόταν και μεταδιδόταν εύκολα.

Ένα ανώνυμο δίστιχο για την Απελευθέρωση του 1912 λέει:

Οι Τούρκοι όταν είδανε τα ελληνικά βαπόρια,
γινήκανε τα μούτρα τους σαν βρώμικα χταπόδια.

Ακόμη και όταν μιλά για τον πόλεμο, ο ριμαδόρος χρησιμοποιεί μια εικόνα από την καθημερινή ζωή και συνδυάζει την ιστορία με το λαϊκό χιούμορ. Στους γνωστούς ριμαδόρους ανήκουν ο Σκαρλάτος Μαγγανάς, ο Δημήτρης Φραγκόπουλος, ο Γιώργης Διοματάρης, ο Γιάννης Παλαιούδης και ο Νίκος Λώδης.

Η παράδοση συνεχίστηκε και στα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής. Ο Γιώργης Κυριακώδης, ποιητής και αγγειοπλάστης από το Μυρμήγκι, έγραψε για τους Χιώτες που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στη θάλασσα, κοντά στο Κοντάρι:

Τους θρήνους παίρνουν οι άνεμοι,
τους στεναγμούς το κύμα,
και των παλικαριών κορμιά
το άσκαφτο το μνήμα.

Εδώ η ρίμα παύει να είναι σατιρική και γίνεται θρήνος. Η θάλασσα δεν είναι πια δρόμος και ταξίδι, αλλά τάφος και φορέας της μνήμης.

2. Το γλωσσικό ζήτημα

Από τα τέλη του 18ου αιώνα και μέχρι το 1976 υπήρξε στην Ελλάδα έντονη διαμάχη για τη γλώσσα της διοίκησης, της εκπαίδευσης και της λογοτεχνίας. Από τη μια ήταν η καθαρεύουσα, μια εξευγενισμένη και αρχαΐζουσα μορφή της γλώσσας, και από την άλλη η δημοτική, η γλώσσα που μιλούσε ο λαός. Οι υποστηρικτές της καθαρεύουσας πίστευαν ότι η σύνδεση με την αρχαία ελληνική θα τόνιζε την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού και θα έδινε κύρος στο νέο κράτος.

Για πολλές δεκαετίες οι Έλληνες μιλούσαν απλά στην καθημερινή ζωή, αλλά συναντούσαν μια δύσκολη αρχαΐζουσα γλώσσα στα επίσημα έγγραφα και στο σχολείο. Το ζήτημα αφορούσε τελικά και την πρόσβαση στην εκπαίδευση και στη γνώση.

Δύο σημαντικές μορφές αυτής της συζήτησης είχαν χιακή καταγωγή. Ο Αδαμάντιος Κοραής πρότεινε μια εξευγενισμένη μορφή της λαϊκής γλώσσας, ενώ ο Γιάννης Ψυχάρης υποστήριξε μαχητικά τη δημοτική. Στη χιακή ποίηση που εξετάζουμε κυριαρχούν τελικά η δημοτική, η λαϊκή γλώσσα και το χιακό ιδίωμα. Ο ποιητής και εκδότης Χρυσόστομος Γανιάρης συνδέθηκε με το δημοτικιστικό κίνημα και με το περιοδικό «Νουμάς». Στο ποίημά του «Καλλιμασιά» γράφει:

Νάταν να ξημερώνομουν ἓνα πρωΐ τοῦ θέρου
στό γονικό μου τό χωριό, στό πατρικό μου σπίτι…

Η δημοτική γλώσσα συνδέεται εδώ άμεσα με τη μνήμη του χωριού και του πατρικού σπιτιού.

3. Νεορομαντισμός, συμβολισμός και εσωτερικός λυρισμός

Στις αρχές του 20ού αιώνα η χιακή ποίηση στρέφεται περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο. Ο νεορομαντισμός δίνει βάρος στο συναίσθημα, στον έρωτα, στη μοναξιά και στην ανάγκη φυγής από μια πραγματικότητα που απογοητεύει. Ο συμβολισμός δεν εκφράζει πάντοτε το συναίσθημα άμεσα. Χρησιμοποιεί τη νύχτα, το φεγγάρι, τα λουλούδια ή τη θάλασσα ως σύμβολα μιας ψυχικής κατάστασης και δίνει ιδιαίτερη σημασία στη μουσικότητα του στίχου.

Με απλά λόγια, στον νεορομαντισμό ο ποιητής μάς λέει κυρίως τι αισθάνεται. Στον συμβολισμό προσπαθεί περισσότερο να μας κάνει να το αισθανθούμε δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα. Τα δύο ρεύματα συχνά συναντιούνται στο ίδιο ποίημα και γι’ αυτό δεν μπορούμε πάντοτε να τα χωρίσουμε αυστηρά.

Τέτοια στοιχεία συναντάμε στον Αριστείδη Καράβα, στον Δημήτρη Κλούβα, στον Ανδρέα Λοΐζο και στον Γιώργο Μουτάφη. Στη συλλογή «Στη λύρα της μοναξιάς» ο Καράβας γράφει:

Κι όμως, πώς σ’ άγγιξε άλλοτες του ρόδου η γλυκιά ευωδιά!
Κι όμορφα πόσο επόνεσες για ένα ζευγάρι μάτια!

Το ρόδο και η ευωδιά γίνονται σύμβολα μιας αγάπης που χάθηκε. Στον ίδιο ευρύτερο χώρο κινούνται ο ερωτικός και εξομολογητικός λυρισμός της Μαρίας Ασημάκη-Λοΐζου, της Νίκης (Στεφάνου)  – Λάμπρου - Διοματάρη, της Ελένης Καρδαμίτση - Μπαχά και της Ιωάννας Μυριαγκού - Καψίλη.

Στην Ελλάδα ανάλογες τάσεις βρίσκουμε στον Λάμπρο Πορφύρα και στη Μαρία Πολυδούρη, ενώ στην Ευρώπη κυρίως στον Μπωντλαίρ και στον Βερλαίν. Στην καταλανική ποίηση αυτή η στροφή προς το συναίσθημα και τη «ζωντανή λέξη» θυμίζει τον ΖοάνΜαραγάλ. Δεν γνωρίζουμε αν οι Χιώτες ποιητές διάβασαν όλους αυτούς τους δημιουργούς. Μιλάμε κυρίως για κοινές τάσεις και ποιητικές συγγένειες.

4. Κοινωνική, αντιστασιακή και πολιτική ποίηση

Η κοινωνική ποίηση μιλά για τη φτώχεια, την εργασία, την αδικία και τις ανισότητες. Όταν γεννιέται μέσα από τον πόλεμο, τη φυλακή και την πολιτική καταπίεση αποκτά αντιστασιακό χαρακτήρα. Κεντρική μορφή αυτής της κατεύθυνσης στη Χίο είναι ο Φώτης Αγγουλές.

Γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ και ήρθε παιδί στη Χίο. Εργάστηκε ως τυπογράφος και δημοσιογράφος και γνώρισε την προσφυγιά, τη φτώχεια, τον πόλεμο, τα στρατόπεδα και τη φυλακή. Στο «Μην καρτεράτε» γράφει:

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγά το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ,
πάρα πολύ αγαπήσει.

Η αντίσταση δεν πηγάζει από την αγάπη για τη θυσία, αλλά από την αγάπη για τη ζωή. Η ποίησή του είναι απλή, λαϊκή και άμεση. Μιλά για την πείνα, τον φόβο και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Το έργο του μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με τον Βάρναλη και τον Ρίτσο. Στην ισπανική ποίηση ιδιαίτερη συγγένεια παρουσιάζει με τον Μιγκέλ Ερνάντεθ, γιατί και οι δύο γνώρισαν τη φτώχεια, τον πόλεμο και τη φυλακή. Στην καταλανική ποίηση η ιστορική μνήμη και η απώλεια της ελευθερίας θυμίζουν τον Σαλβαδόρ Εσπρίου. Πρόκειται για παράλληλες εμπειρίες και όχι για αποδεδειγμένη επίδραση.

Δίπλα στον Αγγουλέ πρέπει να αναφέρουμε τον Κώστα Χαλλιορή και τον Γιώργη Κρόκο, ενώ την εμπειρία του πολέμου και της Κατοχής κατέγραψαν και οι ανώνυμοι ριμαδόροι. Ο Γιώργος Μουτάφης, στο ποίημα «Σε μια Ιταλίδα μητέρα», δεν βλέπει τον αντίπαλο μόνο ως εχθρό αλλά και ως παιδί μιας μάνας:

Ιταλίδα τραγική, φτωχική μητέρα,
τι ζητά στην άξενη γη μας το παιδί σου;
ποιος κακούργος το ’στειλε να ταφεί εδώ πέρα;

Η κοινωνική αγωνία συνεχίζεται στις επόμενες γενιές, στον Δημήτρη Βάρο και στον Κώστα Αμπανούδη.

Στη σημερινή πολιτική ποίηση ανήκει και ο Κώστας Μαρδάς από το Θολοποτάμι, ο οποίος σχολιάζει πολέμους, κοινωνικές συγκρούσεις και σύγχρονες τραγωδίες. Στο ποίημά του «Μητρικό (και) οξύ» γράφει:

Μάνα μου! που το σώμα σου σταυροί και πανηγύρια
μα που στο τέλος κόκκινα έβγαιναν τα λόγια…

5. Θρησκευτικός λυρισμός και μεταφυσική αναζήτηση

Η θρησκευτική και μεταφυσική ποίηση θέτει ερωτήματα για τον Θεό, τον θάνατο, τη μοναξιά και το νόημα της ζωής. Η πίστη άλλοτε είναι βεβαιότητα και άλλοτε δύσκολη αναζήτηση.

Ο Γιώργος Βερίτης, φιλολογικό όνομα του Αλέξανδρου Γκιάλα, γεννήθηκε στην Ελάτα το 1915. Η ποίησή του έχει καθαρά χριστιανικό χαρακτήρα και παρουσιάζει συγγένειες με τον Τάκη Παπατσώνη. Στο ποίημά του «Σαν έρθει ο πόνος» γράφει:

Σαν έρθει ο πόνος να σε βρει
να τον δεχθείς παλικαρίσια.
Στάσου λεβέντης σαν τη δρυ…

Πιο σύνθετη είναι η περίπτωση του Ματθαίου Μουντέ. Στα «Εισόδια» γράφει για:

στίχους μουσικούς, χλωμούς, νησιώτικους,
που να διαβάζονται με τη βοήθεια της φλόγας
ενός μικρού κεριού που τρέμει,
κι από ψυχές που τρέμουν και ποθούν...

Το κερί και η ψυχή τρέμουν μαζί. Η πίστη δεν είναι εύκολη απάντηση, αλλά εύθραυστη αναζήτηση. Ο Μουντές μπορεί να εξεταστεί παράλληλα με τη Ζωή Καρέλλη και τον Τ. Σ. Έλιοτ. Στην ίδια χιακή κατεύθυνση ανήκει ο Γιώργης Διλμπόης, στο έργο του οποίου η πίστη συνυπάρχει με την ειρωνεία και την κριτική της σύγχρονης κοινωνίας. Στο ποίημά του «Με κατηγορούν» γράφει:

Μικρά ανθρωπάκια του ΟΗΕ αστεία,
όταν μ’ απάτης φούρια φτιάχνετε συνθήκες,
φτιάχνετε βέτο, φτιάχνετε πέρασμα στο θάνατο…

6. Ιστορική, λόγια και καβαφική ποίηση

Η ιστορική ποίηση χρησιμοποιεί πρόσωπα και γεγονότα του παρελθόντος για να μιλήσει έμμεσα για το παρόν. Στην κατεύθυνση αυτή ξεχωρίζει ο Κωνσταντίνος Τρυπάνης, που γεννήθηκε στη Χίο το 1909 και δίδαξε κλασική και βυζαντινή φιλολογία στην Οξφόρδη και σε άλλα πανεπιστήμια. Μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφτηκε στα αγγλικά.

Η βαθιά γνώση της αρχαίας γραμματείας περνά και στην ποίησή του. Στο αγγλόφωνο ποίημα «Ονόματα» ξεκινά από τους νεκρούς πολεμιστές της Ιλιάδας και γράφει, σε ελληνική απόδοση:

Ονόματα, πολλά ονόματα — η ποσότητα μετρά·
διαφημίζει τη λαμπρότητα της υπόθεσης.
Οι πόλεμοι ζητούν μνημεία
και τα μνημεία ονόματα.

Πίσω από την πολεμική δόξα υπάρχουν άνθρωποι που χάθηκαν και από τους οποίους έμεινε μόνο ένα όνομα. Ο Τρυπάνης κοιτάζει έτσι την αρχαιότητα χωρίς εξιδανίκευση και σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο οι νικητές κατασκευάζουν την ιστορική μνήμη.

Η χρήση της ιστορίας και η λεπτή ειρωνεία φέρνουν την ποίησή του κοντά στον Καβάφη. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να εξεταστεί παράλληλα με τον Έλιοτ, που χρησιμοποίησε επίσης τον μύθο και την παλαιότερη γραμματεία για να μιλήσει για τον σύγχρονο κόσμο. Στην καταλανική ποίηση αυτή η σύνδεση της κλασικής παράδοσης με τη μοντέρνα έκφραση θυμίζει τον ΚάρλεςΡίμπα.

Στο ευρύτερο ποιητικό τοπίο της Περιφερειακής Ενότητας Χίου μπορεί να αναφερθεί και η Βίκυ Πρασίνου. Γεννήθηκε στην Αθήνα και κατάγεται από τα Ψαρά. Στη συλλογή «Ποτέ λησμονημένοι» επιστρέφει σε πρόσωπα της μυθολογίας και προσπαθεί να φωτίσει τις σκέψεις και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Σε ένα διαφορετικό, σύγχρονο λυρικό ποίημά της γράφει:

Σωπάστε ακούσματα…
Ν’ ακουστεί το κλάμα του αποχαιρετισμού.
Σωπάστε θλίψεις μικρές…

7. Η θάλασσα και η νησιωτική ταυτότητα

Η θάλασσα δεν είναι λογοτεχνικό ρεύμα, αλλά βασικό θέμα της χιακής και γενικότερα της μεσογειακής ποίησης. Για τους Χιώτες είναι δρόμος, δουλειά, ξενιτιά, κίνδυνος, απώλεια και επιστροφή. Στον συμβολισμό γίνεται εικόνα του αγνώστου και του θανάτου, ενώ στον μοντερνισμό συνδέεται με την περιπλάνηση και την εξορία.

Στον Κώστα Χαλλιορή η θάλασσα συνδέεται με την ιστορική μοίρα της Χίου:

Στο ριζικό της θάλασσας, παλιού καιρού καράβι,
νησί π’ ανθούν οι κάμποι σου και στάζουν δάκρυα οι κάβοι.

Στον Μουντέ γίνεται χώρος αναχώρησης και απουσίας, στον Δημήτρη Σταμπόλο βιωμένο τοπίο και στον Δημήτρη Βάρο φυγή και επιστροφή στη μνήμη. Στον Αντώνη Λάρδα η σχέση είναι και προσωπική, αφού εργάστηκε σε ποντοπόρα πλοία. Στο ποίημά του «Απόπλους» γράφει:

Άχραντη θάλασσα,
ταπεινά οδηγώ στο κατώφλι σου
κοπάδια τραγούδια.
Τύλιξέ τα στο φως,
ελέησέ τα τον ήχο σου,
δίδαξέ τα τον πόνο,
το φόβο, το θάρρος, τον έρωτα.

Η θάλασσα γίνεται σχεδόν πρόσωπο και δάσκαλος της ζωής. Στον Κώστα Αμπανούδη η νησιωτική ταυτότητα περιλαμβάνει και την ενδοχώρα: τα χωριά, τα αγροτικά σπίτια και τη συνέχεια των γενεών.

Η χιακή ποίηση της θάλασσας μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Στην καταλανική ποίηση ο Εσπρίου μετατρέπει το παραθαλάσσιο Αρένις ντε Μαρ στη συμβολική «Σινέρα», έναν χαμένο τόπο που συνεχίζει να υπάρχει μέσα στη μνήμη.

8. Μεταπολεμικές και σύγχρονες φωνές

Μετά τον πόλεμο η ιστορία γίνεται περισσότερο προσωπική μνήμη, μοναξιά και αγωνία για τον χρόνο. Πολλοί ποιητές αποφεύγουν τον μεγαλόστομο λόγο και χρησιμοποιούν λίγες λέξεις και καθημερινές εικόνες για να μιλήσουν για κάτι μεγαλύτερο.

Ο Δημήτρης Σταμπόλος είναι από τις χαρακτηριστικές μεταπολεμικές φωνές της Χίου. Η ποίησή του είναι λιτή και στοχαστική. Στο ποίημα «Μια στιγμή», από τη συλλογή «Σύννεφα κι άνεμοι», γράφει:

Είν’ η ζωή μια στιγμή μόνο, σαν το θάνατο.
Ανοίγεις τα μάτια και πριν νοιώσεις την εικόνα τα ξανακλείνεις.

Η Ερμιόνη Πολυχρονοπούλου χρησιμοποιεί το φως, το νερό και τη νύχτα για να μιλήσει για τον χρόνο, την ομορφιά της στιγμής και τον φόβο της απώλειας στο άτιτλο ποίημα από τη συλλογή της «Επί πρόσωπον του ύδατος»:

Κι η ποίηση πάντα Ποίηση
μέσα σε ψήγματα φωτός
μιας άψογης στιγμής.
Δε θέλω να βραδιάσει.

Το φως είναι η στιγμή που θέλουμε να κρατήσουμε πριν χαθεί. Η ποίησή της μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με την Κική Δημουλά ως προς τον χρόνο και την απώλεια.

Ο Δημήτρης Βάρος στον «Ηλεκτρικό Θησέα» συνδέει πιο έντονα την κοινωνική διάψευση με την προσωπική μοναξιά:

Σε δίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια
σε μια ζωή χωρίς προοπτική.
Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια…

Ο γλάρος, σύμβολο της θάλασσας και της ελευθερίας βρίσκεται χαμένος στην Ομόνοια. Ο ποιητής μιλά για τον άνθρωπο που απομακρύνθηκε από τον τόπο και τα όνειρά του. Η κοινωνική και υπαρξιακή πλευρά του Βάρου θυμίζει τον Αναγνωστάκη και τον ώριμο Λειβαδίτη.

Πλησιάζοντας περισσότερο στο παρόν, συναντάμε τον Αντώνη Λάρδα. Η θάλασσα αποτελεί βασικό μέρος του έργου του, όπως είδαμε, αλλά δεν είναι το μόνο. Στην ποίησή του ο τόπος, η μνήμη και η προσωπική εμπειρία οδηγούν συχνά σε ερωτήματα για τη συνείδηση και την ευθύνη του ανθρώπου. Ο τόνος του είναι χαμηλός και η γλώσσα του απλή. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με μεγάλα λόγια, αλλά ξεκινά από ένα προσωπικό βίωμα και το ανοίγει προς κάτι κοινό.

Ο Κώστας Αμπανούδης γράφει ποίηση εδώ και πολλές δεκαετίες, με δημοσιεύσεις ήδη από τη δεκαετία του 1960. Στο έργο του συναντιούνται το χιακό τοπίο, η καθημερινή ζωή, η μνήμη και η κοινωνική εγρήγορση. Στο ποίημά του «Εικόνα σ’ αγροτόσπιτο» γράφει:

Τα δέντρα συμμαζεύουν τη ζωή τους
ήρεμα, και καληνυχτίζουν τόνα τ’ άλλο
σαν τις νοικοκυρές στα παραθύρια…

Με μια απλή εικόνα, τα δέντρα μοιάζουν με γειτόνισσες που καληνυχτίζονται. Η Χίος παρουσιάζεται όχι μόνο μέσα από τη θάλασσα, αλλά και μέσα από το χωριό, το σπίτι και την καθημερινή ζωή.

9. Έντυπα, συλλογικές εκδόσεις και «Σείστρο»

Η χιακή ποίηση διαδόθηκε και μέσα από περιοδικά, εφημερίδες και συλλογικές εκδόσεις. Σημαντικές υπήρξαν η «Χιακή Επιθεώρηση», η «Χιακή Τρίμηνη Επιθεώρηση», ο «Χιακός Λαός», η «Πρόοδος Χίου», η «Πρωΐα της Χίου», η «Γνώμη της Χίου», τα «Χιακά Επίκαιρα», οι «Χιακοί Αντίλαλοι», τα «Καρδάμυλα», τα «Καρδαμυλίτικα Νέα»,  οι εκδόσεις του Φιλοτεχνικού Ομίλου Χίου, η «Χιόνη», τα «Νέα του Βροντάδου», το «Βήμα του Βροντάδου», τα «Τετράδια Μνήμης», η ανθολογία «Νεότερη Χιακή Ποίηση» του Ομηρείου και η έκδοση «Η συνέχεια του ταξιδιού» με κείμενα Χιωτών ναυτικών.

Σήμερα η ποιητική και λογοτεχνική δημιουργία συνεχίζεται μέσα από πολλούς ανθρώπους και διαφορετικές ομάδες. Ανάμεσά τους βρίσκεται η έντυπη ποιητική ανθολογία «Σείστρο», στην οποία συνεργάζονται είκοσι οκτώ συντελεστές χωρίς να συμμετέχουν όλοι σε κάθε τεύχος.

 

Στην ομάδα του περιοδικού ανήκουν, με αλφαβητική σειρά: η Αργυρώ Αμπαζή, ο Κώστας Αμπανούδης, η Αργυρώ Αξιώτη, ο Μιχαήλ Γεώργαλος, η Στάμυ Γεωργούλη, η Μαρία Ευθυμίου, ο Κώστας Ζαφείρης, η Μαρία Ζαννίκου, ο Γιώργος Ζησιμόπουλος, η Κατερίνα Θωμά, η Μαρία Θωμάδη, ο Μιχάλης Καλούπης, η Μαρία Κλειδά, ο Αντώνης Λάρδας, ο Φώτης Μαυρογιάννης, ο Μιχάλης Μελαχροινούδης, η Πηνελόπη Μιχαλακοπούλου, η Μαρία Μπριλή-Καλουτά, ο Βασίλης Παχουνδάκης, η Καίτη Σαρρή, η Δήμητρα Σκανδάλη, η Αγγελική Σούτου, η Σοφία Ταναΐνη, ο Τηλέμαχος Τσαρδάκας, η Έφη Τσιροπινά, η Στέλλα Τσιροπινά, η Άννα Φιλίππου και η Αργυρώ Ψώρα - Θεοδωράτου. Σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και τη λειτουργία της ομάδας έχει ο Γιάννης Βούλγαρης.

Κλείσιμο

Η σύντομη αυτή διαδρομή δεν μπορούσε να συμπεριλάβει όλους τους αξιόλογους ποιητές της Χίου. Σκοπός μας ήταν να παρακολουθήσουμε βασικούς σταθμούς και να δείξουμε ότι η ποίηση του νησιού δεν έπαψε να αλλάζει, να θυμάται και να συνομιλεί με τον κόσμο γύρω της.

Για την προετοιμασία της παρουσίασης εργάστηκαν αρκετοί άνθρωποι. Το βασικό υλικό συγκέντρωσε ο Κώστας Αμπανούδης. Η Μαρία Κλειδά το κατέγραψε και συμμετείχε στην οργάνωση και τη φιλολογική επιμέλειά του. Η Αγγελική Σούτου ανέλαβε την επιλογή του υλικού, την οργάνωση του κειμένου και τη σύνδεση των Χιωτών ποιητών με λογοτεχνικά ρεύματα και άλλους δημιουργούς. Αξιοποιήθηκαν επίσης στοιχεία από κείμενο του Αντώνη Λάρδα. Την παρουσίαση αναλαμβάνει η Αργυρώ Ψώρα - Θεοδωράτου.

Ο Αντώνης Λάρδας έχει μιλήσει για την προσπάθεια να μένει «αναμμένο το κεράκι» της ποίησης. Αυτό το κεράκι μένει αναμμένο όχι μόνο όταν θυμόμαστε τους παλαιότερους, αλλά και όταν οι σημερινές ποιητικές φωνές συναντιούνται και συνομιλούν.

Ας περάσουμε, λοιπόν, από την ιστορία της ποίησης στην ίδια την ποίηση: σε έναν διάλογο ανάμεσα στη Χίο και την Καταλονία, ανάμεσα σε δύο γλώσσες, δύο τόπους και τις φωνές των ανθρώπων τους.

 

 

Βασικές πηγές

  • Υλικό Κώστα Αμπανούδη για τη χιακή ποίηση.

  • Λάρδας, Αντώνης, «Η χιακή ποίηση».

  • Διοματάρη, Ουράνα, Ομήρου απόηχοι, Αθήνα, 1968. Κείμενο ομιλίας στον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», σε διοργάνωση της Χιακής Αδελφότητας «Κοραής».

  • Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου, Νεότερη Χιακή Ποίηση: Ανθολογία, Χίος, 2004.

  • Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, μελέτη και κριτική έκδοση του έργου του Θωμά Στανίσλαου Βελάστη.

  • Νικορέτζος, Δημήτρης, Κωνσταντίνος Α. Τρυπάνης (1909–1993): Ένας λανθάνων καβαφικός ποιητής, Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2013.

  • Trypanis, C. A., «Names», από τη συλλογή Grooves in the Wind.

  • Oxford Classical Dictionary, λήμμα «Licymnius».

  • Associació d’Escriptors en Llengua Catalana: Joan Maragall, Salvador Espriu, Maria-Mercè Marçal και Bartomeu Rosselló-Pòrcel.

  • Sententiae Antiquae, «Ion of Chios, fr. 55», αρχαίο κείμενο και αγγλική απόδοση, 22 Μαΐου 2014.

  • Περιοδικό Δάφνη, έτος 2ο, φύλλο 5, Δεκέμβριος 2000: Δημήτρης Σταμπόλος, «Μια στιγμή» και «Δαφνώνας»· Κώστας Αμπανούδης, «Εικόνα σ’ αγροτόσπιτο».

  • Περιοδικό Δάφνη, φύλλο 31, Δεκέμβριος 2014: Κώστας Αμπανούδης, ποίημα για τον Γιάννη Περρίκο.

  • Ποιείν, αφιέρωμα στον Φώτη Αγγουλέ: απόσπασμα από το «Σε μια Ιταλίδα μητέρα» του Γιώργου Μουτάφη.

  • Ιστοσελίδα Καλλιμασιάς  Χίου: Χρυσόστομος Γανιάρης, «Καλλιμασιά».

  • Περιοδικό Δάφνη, ψηφιακή έκδοση «Δαφνώνας»: Γιώργης Διλμπόης, «Με κατηγορούν».

  • Το Ζωντανό Ιστολόγιο, Γιώργος Βερίτης, «Σαν έρθει ο πόνος», 19 Αυγούστου 2009.

  • Προσωπική ιστοσελίδα Κώστα Μαρδά: «Μητρικό (και) οξύ».

  • Fractal, Βίκυ Πρασίνου, «Ανεκπλήρωτη μέρα», 6 Οκτωβρίου 2021.

  • Μυριόβιβλος, Ματθαίος Μουντές, «Εισόδια».

  • Sansimera, Φώτης Αγγουλές, «Μην καρτεράτε».

  • Diastixo, Αντώνης Λάρδας, «Απόπλους», στο αφιέρωμα «Αναρραμοί», 25 Οκτωβρίου 2017.

  • Vigla, Ερμιόνη Πολυχρονοπούλου, απόσπασμα από τη συλλογή Επί πρόσωπον του ύδατος, 12 Ιουλίου 2018.

LA POESIA DE QUIOS

De l’antiguitat fins els nostres dies

 

Estimats amics de Catalunya, estimats amics de la poesia, us donem la benvinguda a Quios i us agraïm que estigueu avui aquí amb nosaltres.

Aquesta intervenció està dedicada a la poesia de Quios. En vint minuts no és possible citar tots els poetes ni presentar la seva obra en detall. Ens aturarem en aquells que considerem més importants i veurem com la poesia de Quios dialoga amb importants corrents literaris de Grècia i d’Europa.

No parlarem tan sols de dates i noms. Veurem quins canvis es produeixen a cada època en relació amb la llengua, els temes i les formes d’expressió. Els paral·lelismes que segueixen no sempre impliquen un influència directa. On no existeixi un testimoni rellevant, parlem de tendències comunes i afinitats poètiques.

 

1. De l’antiguitat a la rima de Quios

La relació de Quios amb la poesia comença a l’antiguitat. La tradició vincula la illa amb Homer, encara que no podem afirmar amb certesa que fos nascut a l’illa. Malgrat això, va haver-hi una forta presència de Homèrides, rapsodes que recitaven i difonien els poemes homèrics. Entre ells cal esmentar Cineti de Quios, que va viure probablement al segle VI o V a.C.

El poeta més important de Quios a l’antiguitat del que es coneix el nom és Íon de Quios que va viure al segle V a.C., aproximadament entre el 490 i el 420 a.C. Va escriure tragèdies, poemes lírics, ditirambes i elegies. A la antiga poesia de Quios pertany també Licimne de Quios, poeta ditiràmbic i orador del segle IV a.C., a qui Aristòtil menciona en la seva Retòrica. De la seva obra es conserven tan sols alguns fragments. De la seva tragèdia “Alcmena” es conserven aquests versos: 

τὸ γνῶθι σαυτὸν τοῦτ’ ἔπος μὲν οὐ μέγα,
ἔργον δ’ ὅσον Ζεὺς μόνος ἐπίσταται θεῶν.

Que en una traducció senzilla diuen:

El “coneix-te a tu mateix” és una frase curta,

però una tasca que només Zeus, entre els déus, pot aconseguir.

 

Entre l’antiguitat i la era moderna no hi ha un silenci absolut. Una figura característica del segle XVIII és Tomàs Estanislau Velastis, nascut a Quios l’any 1717. Jesuïta, erudit i poeta, escrivia en llatí, en italià i també en el modisme de Quios. En la seva obra hom pot trobar poesia religiosa i didàctica, teatre, educació occidental i llengua local

La creació popular anònima apareix clarament a la rima de Quios. Es tracta, en general, d’una narració en versos decasíl·labs rimats (versos de quinze síl·labes). Els versificadors eren personatges de classes populars: mariners, pagesos, artesans i comerciants. Escrivien en la llengua del poble, utilitzant paraules i expressions pròpies de Quios, sobre esdeveniments històrics, catàstrofes, guerres, amors, històries familiars i anècdotes divertides.

D’aqueta manera es van preservar, o només els fets, sinó també la forma en que els va viure la societat local. Kostas Ampanoudis anomena aquest versificadors anònims com “els homèrides més recents”, perquè van transmetre la memoria col·lectiva a través de la narració en vers. La rima era, al mateix temps, noticia, comentari, entreteniment i memoria. El discurs mesurat i rimat es memoritzava i així es transmetia amb facilitat.

 Un dístic anònim sobre l’Alliberament de 1912 diu:

Quan els turcs van veure els vaixells grecs,

els seus rostres es van tornar com pops bruts.

Fins i tot en parlar de la guerra, el versificador utilitza una imatge de la vida quotidiana i combina la història amb l’humor popular. Entre els versificadors més coneguts es troben Skarlatos Manganás, Dimitris Fragópoulos, Giorgis Diomataris, Giannis Palaioudis i Nikos Lodis.

La tradició va prosseguir durant els anys de la guerra i de la Ocupació. Giorgis Kyriakoudis, poeta i terrissaire del poble de Myrmigi, va escriure sobre els homes de Quios que van ser executats pels alemanys al mar, a prop de Kontari:

Els laments se’ls emporten els vents,

els sospirs les onades,

i els cossos dels valents

la fossa sense cavar.

Aquí la rima deixa de ser satírica i es converteix en lament. El mar ja no és camí i viatge, sinó tomba i portador de la memòria

2. La qüestió lingüística

Des de finals del segle XVIII i fins 1976 va existir a Grècia una intensa disputa sobre la llengua de la administració, la educació i la literatura. Per una banda, hi havia la katharévousa (purista), una forma refinada i arcaïtzant de la llengua, i, per l’altra, la dimotikí (demòtica), la llengua que parlava el poble. Els partidaris de la katharévousa creien que el vincle amb la llengua antiga faria èmfasi sobre la continuïtat històrica de l’hel·lenisme i donaria prestigi al nou Estat.

Durant moltes dècades els grecs parlaven en el seu dia a dia en la llengua popular, però es trobaven amb una llengua arcaica i difícil en els documents oficials i a l’escola. La qüestió afectava, en darrer terme, també a la educació i al coneixement.

Dues figures importants d’aquest debat eren persones nascudes a Quios. Adamantios Koraís va proposar una forma refinada de la parla popular. Mentre que Giannis Psycharis va recolzar de forma combativa la dimotikí, la llengua popular i el modisme de Quios. El poeta i editor Chrysostomos Ganiaris es va vincular al moviment demoticista i a la revista Noumás. En el seu poema “Kallimasiá” escriu:

Tant de bo sortís el sol un matí d’estiu

al meu poble, a la casa paterna...

La llengua demòtica enllaça aquí directament amb la memòria del poble i de la casa paterna.

 

3. Neo-romanticisme, simbolisme i lirisme interior

A principis del segle XX, la poesia de Quíos s’orienta més cap el món interior. El neoromanticisme dona pas a l’emoció, a l’amor, a la solitud i a la necessitat de fugir d’una realitat decebedora. El simbolisme no sempre expressa l’emoció d’una forma directa; utilitza la nit, la lluna, les flors o el mar com a símbols d’un estat d’ànim i concedeix una impotència especial  a la musicalitat del vers.

En poques paraules, en el neoromanticisme el poeta ens diu principalment el que sent. En el simbolisme, en canvi, intenta fer-nos-ho sentir creant una atmosfera. Ambdues corrents coincideixen, de vegades, en el mateix poema, dificultant la seva separació d’una forma estricta.

Trobem aquest elements en Aristidis Karávas, Dimitris Klouvas, Andreas Loízos y Giorgos Moutafis. Al poemari “A lira de la solitud”, Karavás escriu:

Tanmateix, ¡com et va fregar en altres temps el dolç aroma de la rosa!

¡I com vas patir bellament per un parell d’ulls!

 

La rosa i l’aroma es converteixen en símbols de l’amor perdut. En aquest espai més ampli es mouen el lirisme amorós i confessional de María Asimaki-Loízou, Niki (Stefánou) – Lámprou - Diomataris, Eleni Kardamitsi - Bajá e Ioanna Myriagkou - Kapsíli.

A Grècia trobem tendències similars en Lámpros Porfíras i María Polyduri, mentre que a Europa s’observen en Baudelaire i Verlaine. A la poesia catalana, aquest gir cap a l’emoció i la “paraula viva” recorda a Joan Maragall. No sabem si els poetes de Quios van llegir a tots aquest autors; parlem principalment de tendències comuns i afinitats poètiques.

4. Poesia social, de resistència i política

La poesia social parla de la pobresa, el treball, la injustícia i les desigualtats. Quan neix de la guerra, la presó i la opressió política adquireix un caràcter de resistència. La figura central d’aquest moviment a Quios és Fótis Angulés. 

Va néixer a Cesme i va arribar a Quios de petit. Va treballar com a tipògraf i periodista, i va conèixer el refugi, la pobresa, la guerra, els camps de concentració i la presó. Al seu poema “No espereu” escriu:

No espereu que ens dobleguem

ni un sol instant,

ni tant com en la tempesta

es doblega el xiprer.

Estimem molt la vida,

massa l’hem estimada.

 

La resistència no brolla de l’amor al sacrifici, sinó de l’amor a la vida. La seva poesia és senzilla, popular i directa. Parla de la fam, de la por i de la dignitat humana. 

La seva obra es pot llegir com la de Várnalis i Ritsos. En relació amb la literatura espanyola presenta una afinitat especial amb Miguel Hernández, doncs tots dos van conèixer la pobresa, la guerra i la presó. Pel que fa a la poesia catalana, la memòria històrica i la pèrdua de la llibertat recorden a Salvador Espriu. Es tracta d’experiències paral·leles i no d’una influència demostrada.

Al costat d’Angulés cal citar a Kostas Xal·liorís i a Giorgis Krokos, encara que la experiència de la guerra va ser enregistrada també pels versificadors anònims. Giorgos Mutafis, al seu poema “A una mare italiana”, no veu el rival com un enemic, sinó també com el fill d’una mare:

Mare italiana, tràgica i pobre,

¿què busca el teu fill en la nostra inhòspita terra?

¿Quin criminal el va enviar per ser sepultat aquí?  

La angoixa social es manté en les generacions següents amb Dimitris Varos i Kostas Ampanudis.

A la poesia política actual pertanyen també Kostas Mardas, de Tholopotami, que parla de guerres, conflictes socials i tragèdies contemporànies. Al seu poema “Àcid matern” escriu:

¡Mare meva! Que el teus cos eren creus i festes

Però al final, roges sortien les paraules...

5. Lirisme religiós i recerca metafísica

La poesia religiosa i metafísica formula preguntes sobre Déu, la mort, la solitud i el sentit de la vida. La fe és, en ocasions, una certesa mentre que, en d’altres, és una recerca difícil.

Giorgos Veritis, pseudònim literari de Aléxandros Gkialas, va néixer a Elata l’any 1915. La seva poesia té un caràcter clarament cristià i presenta afinitats amb Takis Papatsonis. En el seu poema “Quan arribi el dolor” escriu: 

Quan el dolor vingui a buscar-te,

Rep-lo amb valor.

Resta amb fermesa i coratge com la alzina...

Més complicat és el cas de Mattheos Muntes. A Isodia (Presentació) escriu sobre:

Versos musicals, pàl·lids, illencs,

Que es llegeixin amb l’ajuda de la flama

D’una petita espelma que tremola,

I per les ànimes que tremolen i anhelen...

L’espelma i l’ànima tremolen juntes. La fe no és una resposta fàcil, sinó una recerca fràgil. Muntes pot ser llegit en paral·lel amb Zoe Karelli i T. S. Eliot. Amb aquesta mateixa orientació, trobem a Quios a Giorgis Dilbois, en la obra del qual la fe coexisteix amb la ironia i la crítica a la societat moderna. En el seu poema “M’acusen” escriu:

 

Homenets de la ONU, ridículs,

quan redacteu tractats amb la pressa de l’engany,

feu néixer vetos, passatges a la mort... 

 

6. Poesia històrica, culta i kavafiana

el present. En aquesta direcció  destaca Konstantinos Tripanis, que va néixer a Quios l’any 1909 i va ensenyar filologia clàssica i bizantina a Oxford i a altres universitats. Gran part de la seva poesia va ser escrita en anglès.

El seu profund coneixement de la literatura antiga es trasllada també a la seva obra. En el seu poema en anglès “Noms”, a partir dels guerrers caiguts a la “Ilíada” escriu: 

Noms, molts noms — la quantitat conta;

Anuncia l’esplendor de la causa.

Les guerres exigeixen monuments

I els monuments, noms.

Darrera la glòria bèl·lica hi ha persones que van morir i de les que tan sols va quedar un nom. Tripanis contempla així l’antiguitat sense idealitzar-la i comenta la forma amb la que els vencedors construeixen la memòria històrica.

 

La utilització de la història i la subtil ironia acosten la seva poesia a la de Kavafis. A nivell europeu pot llegir-se en paral·lel a Eliot, que també va utilitzar el mite i la literatura antiga per parlar del món contemporani. A la poesia catalana aquesta connexió entre la tradició clàssica i l’expressió moderna recorda a Carles Riba.

Al panorama poètic més ampli de la unitat perifèrica de Quios podem citar també a Vicky Prasinu. Nascuda a Atenes, es originària de Psará. En el poemari “Mai oblidats”, retorna a personatges de la mitologia i procura il·luminar els seus pensaments i els seus conflictes interns. En un poema contemporani diferent, escriu:

Calleu, sons...

Per a que s’escolti el plor del comiat.

Calleu, petites penes...

7. El mar i la identitat illenca

El mar no és cap corrent d’avantguarda o moviment literari, sinó un tema central de la poesia de Quios i, en general, de la mediterrània. Per als habitants de Quios és camí, treball, emigració, perill, pèrdua i retorn. En el simbolisme es converteix en una imatge de l’inconegut i de la mort, mentre que en el modernisme va associada al vagareig i a l’exili.

En Kostas Xal·liorís es vincula amb el destí històric de Quios:

Al destí del mar, vaixell d’antany,

illa de camps que floreixen i caps que vessen llàgrimes.

 

En la poesia de Muntes, el mar es converteix en un espai de partença i d’absència; EN Dimitris Stampolos, en un paisatge viscut i en Dimitris Varos, en fugida i retorn a la memòria. En Antonis Lárdas també s’estableix una relació personal doncs va treballar en vaixells d’altura. En el seu poema “Salpar”  diu:

 

Mar immaculat

humilment condueixo al teu llindar

ramats de cançons.

Embolcalla’ls amb la llum, 

compadeix-te’n amb el teu so,

mostra’ls el dolor,

la por, el valor, l’amor.

 

El mar es converteix gairebé en una persona i en un mestre de la vida. A la poesia de Kostas Ampanudis la identitat illenca inclou també l’interior: els pobles, les cases pairals i la continuïtat de les generacions.

La poesia marítima de Quios es pot llegir en paral·lel amb l’obra de Seferis i Elitis. En la poesia catalana, Espriu transforma la costanera Arenys de mar en la simbòlica “Sinera”, un lloc perdut que segueix existint dins de la memòria.

 

 8. Veus de postguerra i contemporànies

Després de la guerra, la historia es converteix més aviat en una memoria personal, solitud i angoixa. Molts poetes eviten el discurs grandiloqüent i utilitzen poques paraules, així com imatges quotidianes per parlar de quelcom més gran.

Dimitris Stampolos és una de les veus de postguerra més característiques de Quios. La seva poesia és sòbria i reflexiva. Al poema “Un instant”, del poemari Núvols i vents, escriu:

La vida és tan sols un instant, com la mort.

Obres els ulls i, abans de percebre la imatge, els tornes a tancar.

 

Ermioni Polichronopulu utilitza la llum, l’aigua i la nit per parlar del temps, de la bellesa del moment  i de la por a la pèrdua, en aquest poema sense títol del seu poemari Sobre la faç de l’aigua:

 

I la poesia, sempre Poesia

en esclats de llum

d’un instant perfecte.

No vull que es faci de nit.

La llum és l’instant que volem retenir abans de que es perdi. La seva poesia es pot llegir en paral·lel a la de Kikí Dimulá, pel que fa al temps i a la pèrdua.

Dimitris Varos, a Teseu elèctric, vincula amb més força el desencís social amb la solitud personal:

Et van condemnar a desaprofitar els anys

en una vida sense perspectiva.

Et perds com la gavina a Omonia…

La gavina, símbol del mar i de la llibertat, es troba perduda a la plaça Omonia. El poeta parla de l’home que s’ha distanciat de la seva terra natal i dels seus somnis. La vessant social i existencial de Varos recorda a la de Anagnostakis i a la etapa de maduresa de Livaditis.

Acostant-nos més al present, trobem Antonis Lárdas. El mar constitueix una part fonamental de la seva obra, com hem vist, però no és la única. A la seva poesia, el lloc, la memoria i la experiència personal condueixen sovint a interrogants  sobre la consciència i la responsabilitat de l’ésser humà. El seu to és íntim i el llenguatge senzill. No intenta impressionar amb grans paraules. Parteix d’una vivència personal i la obre cap a quelcom de col·lectiu.

Kostas Ampanudis escriu poesia de fa moltes dècades, amb publicacions que es remunten a la dècada de 1960. A la seva obra conflueixen el paisatge de Quios, la vida quotidiana, la memòria i la vigília social. Al seu poema “Imatge d’una casa de camp”, escriu::

Els arbres recullen la seva vida

plàcidament, i es donen la bona nit els uns als altres

com les mestresses de casa a les finestres…

Amb una imatge senzilla, els arbres s’assemblen a les veïnes que es donen la bona nit. Quios es presenta no tan sols a través del mar, sinó també a través del poble, la llar i la quotidianitat.

9. Publicacions impreses, edicions col·lectives i «Sistre»

La poesia de Quios es va difondre també a través de revistes, diaris i  edicions col·lectives. Van ser de gran importància Chiakí Epitheórisi (Revista de Quios), Chiakí Trímini Epitheórisi (Revista Trimestral de Quios), Chiakós Laós (El Poble de Quios), Próodos Chíou (Progrés de Quios), Proía tis Chíou (El matí de Quios), Gnomi tis Chíou (La Opinió de Quios), Chiaká Epíkaira (Actualitat de Quios), Chiakoí Antílaloi (Ecos de Quíos), Kardámyla, Kardamylítika Néa (Notícies de Kardámyla), les edicions del Cercle Filotècnic de Quios, Chióni, Néa tou Vrontádou (Notícies de Vrontados), Vima tou Vrontádou (La Tribuna de Vrontados), Tetrádia Mnímis (Quaderns de Memòria), la antologia Neóteri Chiakí Poíisi(Poesia de Quios Més Recent) del Centre Homèric i la edició I synécheia tou taxidioú (La continuïtat del viatge) amb textos de mariners de Quios.

Actualment, la creació poètica i literària segueix per mitjà de moltes persones i diferents grups. Entre ells es troba la antologia poètica impresa Sistre, on hi col·laboren vint-i-vuit autors, encara que no tots participen en cada número.

A l’equip de la revista  hi figuren, por ordre alfabètic: Argyró Abazí, Kostas Ampanoudis, Argyró Axióti, Michaíl Geórgalos, Stámy Georgoúli, María Efthymíou, Kostas Zafeíris, María Zanníkou, Giorgos Zisimópoulos, Katerína Thomá, María Thomádi, Michális Kaloúpis, María Kleidá, Antonis Lardas, Fotis Mavrogiannis, Michális Melachroinoúdis, Pinelópi Michalakoúlou, María Prilí-Kaloutá, Vasílis Pachoundákis, Kaíti Sarrí, Dímitra Skandáli, Aggelikí Soútou, Sofía Tanaíni, Tilémachos Tsardákas, Éfi Tsiropiná, Stella Tsiropiná, Anna Filíppou y Argyró Psóra - Theodorátou. Giannis Voúlgaris desenvolupa un paper un paper fonamental en la organització i el funcionament del grup.

Consideracions finals

Aquest breu recorregut no podia incloure tots els poetes destacats de Quios. El nostre objectiu ha estat el d’anar resseguint les estacions principals i demostrar que la poesia de la illa mai ha deixat de canviar, de recordar i de dialogar amb el món que l’envolta. Varies persones han treballat en aquesta presentació. El material bàsic ha estat recollit per Kostas  Ampanudis. Maria Klidá n’ha fet la transcripció i ha participat en la seva organització i edició filològica. Angelikí Sútu s’ha encarregat de la selecció del material , la organització del text  i la connexió dels poetes de Quios amb els corrents literaris i amb altres autors. També s’han utilitzat dades d’un text de Antonis Lárdas. La presentació corre a càrrec de Argyró Psóra- Theodoratu. Antonis Lárdas ha fet esment de l’esforç per mantenir “encesa l’espelma” de la poesia, no tan sols quan recordem als nostres predecessors, sinó també quan les veus poètiques actuals es troben i dialoguen entre elles.

Passem doncs de la història de la poesia a la poesia en si mateixa: a un diàleg entre Quios i Catalunya, entre dues llengües i les veus de la seva gent.

Fonts bàsiques

  • λικό Κώστα Αμπανούδη για τη χιακή ποίηση.

  • Λάρδας, Αντώνης, «Η χιακή ποίηση».

  • Διοματάρη, Ουράνα, Ομήρου απόηχοι, Αθήνα, 1968. Κείμενο ομιλίας στον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», σε διοργάνωση της Χιακής Αδελφότητας «Κοραής».

  • Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου, Νεότερη Χιακή Ποίηση: Ανθολογία, Χίος, 2004.

  • Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, μελέτη και κριτική έκδοση του έργου του Θωμά Στανίσλαου Βελάστη.

  • Νικορέτζος, Δημήτρης, Κωνσταντίνος Α. Τρυπάνης (1909–1993): Ένας λανθάνων καβαφικός ποιητής, Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2013.

  • Trypanis, C. A., «Names», από τη συλλογή Grooves in the Wind.

  • Oxford Classical Dictionary, λήμμα «Licymnius».

  • Associació d’Escriptors en Llengua Catalana: Joan Maragall, Salvador Espriu, Maria-Mercè Marçal και Bartomeu Rosselló-Pòrcel.

  • Sententiae Antiquae, «Ion of Chios, fr. 55», αρχαίο κείμενο και αγγλική απόδοση, 22 Μαΐου 2014.

  • Περιοδικό Δάφνη, έτος 2ο, φύλλο 5, Δεκέμβριος 2000: Δημήτρης Σταμπόλος, «Μια στιγμή» και «Δαφνώνας»· Κώστας Αμπανούδης, «Εικόνα σ’ αγροτόσπιτο».

  • Περιοδικό Δάφνη, φύλλο 31, Δεκέμβριος 2014: Κώστας Αμπανούδης, ποίημα για τον Γιάννη Περρίκο.

  • Ποιείν, αφιέρωμα στον Φώτη Αγγουλέ: απόσπασμα από το «Σε μια Ιταλίδα μητέρα» του Γιώργου Μουτάφη.

  • Ιστοσελίδα Καλλιμασιάς  Χίου: Χρυσόστομος Γανιάρης, «Καλλιμασιά».

  • Περιοδικό Δάφνη, ψηφιακή έκδοση «Δαφνώνας»: Γιώργης Διλμπόης, «Με κατηγορούν».

  • Το Ζωντανό Ιστολόγιο, Γιώργος Βερίτης, «Σαν έρθει ο πόνος», 19 Αυγούστου 2009.

  • Προσωπική ιστοσελίδα Κώστα Μαρδά: «Μητρικό (και) οξύ».

  • Fractal, Βίκυ Πρασίνου, «Ανεκπλήρωτη μέρα», 6 Οκτωβρίου 2021.

  • Μυριόβιβλος, Ματθαίος Μουντές, «Εισόδια».

  • Sansimera, Φώτης Αγγουλές, «Μην καρτεράτε».

  • Diastixo, Αντώνης Λάρδας, «Απόπλους», στο αφιέρωμα «Αναρραμοί», 25 Οκτωβρίου 2017.

  • Vigla, Ερμιόνη Πολυχρονοπούλου, απόσπασμα από τη συλλογή Επί πρόσωπον του ύδατος, 12 Ιουλίου 2018.

 


Poetes i Poemas Divendres 25 Setembre     Ποιητές και Ποιήματα Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου

 Ζαννίκου Μ., Enric Umbert-Rexac, Κλειδά Μ., Joan R. Lladós, Λάρδας Α., Antoni Robert, Μαυρογιάννης Φ.

 Ζαννίκου Μ.

Μαργαριτάρι

 

Έριξα τόση δουλειά να παγιδέψω το μικρόβιό μου, να το μονώσω, να ξεψυχήσει και να αφήσει το κουφάρι του σε σμιλεμένο τύμβο. 

Όσοι είδαν το έργο μου το ονόμασαν μαργαριτάρι και το εκτίμησαν, 

και εγώ χαιρόμουν πού ΄ταν τόσο όμορφο και τό ‘χα φτιάξει εγώ 

και ήξερα πως αν το πάρουν από μέσα μου 

θα με σκοτώσουν, 

πως τό ΄φτιαξα για να μη σκοτωθώ 

και φτιάχνοντάς το ανακάτευα το σώμα μου κάθε στιγμή.

 

                                                                                    

Εξάρτηση (σαν πανοπλία) 

 

Ο καθένας με τα ναρκωτικά του …άλλος το φαγητό, άλλος τα νύχια του, άλλος τον γκόμενο του …

για να έχεις μια μαμά να σε αγκαλιάζει,

 μια πιπίλα να ηρεμείς, ένα στήθος να βυζαίνεις …

ένα μωρό αποστεωμένο, παγωμένο, με αναφιλητά, που ονειρεύεται κουβερτούλες, γάλα εβαπορέ και δάκτυλα πιπιλημένα …που θέλει την δόση του μιας και δεν είχε μάνα να του δώσει …

και βρίσκει τη μανούλα του μες την αυτοκαταστροφή του μιας και ποτέ δεν ένιωσε να ζει, μα διαισθάνθηκε τον μέλλοντα θάνατό του .. 

και δεν μπορεί μονάχο του μιας και μονάχο του ψαχούλεψε κάθε παρηγοριά του σε στερημένα πρόσωπα και δεν συνήθισε ακόμη τόσα μονόδρομα στερητικά…

 

 

Ο Αφανής Ναύτης 

 

Τα γράμματα που κρύβεις στο συρτάρι,

συντρόφευαν του πλοίου το μαξιλάρι. 

Δωράκι ρολογάκι που κτυπούσε 

μα ο χρόνος στο καράβι δεν περνούσε.

Σας πήρα κ' άκουσα το Κυριακάκι, 

δεν μ' άκουγε, "μπαμπά, πάρε μας σε λιγάκι". 

Κ' είδα φωτογραφία το Μαράκι, 

ξεμπάρκαρα και τό' βρα πια παιδάκι. 

Χάνουμε τη ζωή μας και τί ζούμε;

Όλα στη φαντασία μας πρωτού να κοιμηθούμε. 

Στέλνω φιλιά στο σπίτι μας, στον Πάτο, στου΄ Άϊ Νικόλα. 

Θα' ρθώ, να τα ξεχάσουμε όλα! 

 

Ο Θανάσης και η Ζωή

 

Περπατάνε χέρι-χέρι αιώνες.

Αυτή λυγερή, χαριτωμένη, 

όλο κοιλάδες 

και μακριά μαλλιά.

Εκείνος με χέρια κουπιά, με δέρμα ηλιοκαμένο, με μάτια κίτρινα. 

Όταν απλώνει τις χερούκλες του στα ωμάκια της, εκείνη για λίγο ασφυκτιά, 

μα κοκκινίζει με έξαψη. 

Είναι όλο παιχνίδια. 

Πολύ συχνά φιλιούνται.

Και κάθε φιλί είναι μια ψυχή που φεύγει απ’ 

τη Ζωή και θάβεται στο στέρνο του Θανάση.

Και ο Θανάσης κρυφογελά για την ανάσα πού’ κλεψε, συγκινείται.

Μα η Ζωή δε νοιάζεται για όσα φιλιά κι αν δίνει, έχει γεννηθεί γι’ αυτόν. 

Κοιτά μπροστά και περπατά.

 

 

Οι κάπαρες

 

Με τραβούσαν απ’ τα μαλλιά και τα μανίκια οι κάπαρες,

σαν να με συγκρατούσαν στο στενό πεζοδρόμιο,

τράφο-τράφο, καθώς προχωρούσα,

ενώ τα αυτοκίνητα προσπερνούσαν να μην με πατήσουν.

Ακόμα νιώθω στο αυτί και στο μανίκι το παρακαλετό αγκαθάκι τους, ενώ μπαίνω στο δικό μου θανατηφόρο αμάξι.

 

 

Το Πηγάδι Μέσα

 

...Έχει κανείς μια σκάλα να ανεβώ;...


...πέφτω στο πηγάδι, 

μια φωσφορίζουσα οθόνη με ρουφάει σαν μεγάλη, πολύχρωμη νεροτσουλήθρα, 

εφορμώ, με τα χέρια τραβώ το καντράν, 

λίγο ανόρεκτα, λίγο εμμονικά, 

περνώ το κεφάλι, 

βουτώ,

τα ρούχα φουσκώνουν σαν μπέρτα, 

πετώ σαν ήρωας με τη γροθιά τεντωμένη να στοχεύει τον πάτο,

...μα δε πετώ, πέφτω...


...τότε στριφογυρνώ σα δακτυλίδι 

αργά, νωχελικά, 

κοιτώ τον τοίχο, θέλω να βγω...

και τώρα που και που πιάνομαι από καμιά πέτρα που εξέχει 

και μου δίνει λίγη πίστη για την άνοδο και την δροσερή εισπνοή στο λιβάδι, 

εδώ αναπνέω ζέστη και υγρασία, 

τα κρεμασμένα πόδια μου το νιώθουν περισσότερο, 

και οσμίζομαι στο τέρμα νερό απύθμενο και παλαιά κήτη και σκουληκάκια του νερού

...η πέτρα μου δίνει το χέρι της αλλά γλιστράει και κουράζομαι

...γαντζώνομαι,

 τα δάκτυλα λυγούν, ταλαντεύεται το σώμα, γρατζουνίζονται τα γόνατα αλλά...


...ξαναπέφτω, με τα χέρια ανοικτά να θυμούνται, 

με τα μάτια να βλέπουν τον κύκλο που μικραίνει, 

μαζεύω το σώμα μη φάω το κεφάλι στον τοίχο, 

δε θέλω να κτυπήσω,

ήδη όλο αυτό που ζω και θα ζήσω κτυπά,

ζω σε όνειρο, γιατί αλλιώς θα σαλέψω...


...πριν φτάσω στο νερό και βραχώ 

και καταπιώ κουνούπια

και αισθανθώ στα πόδια κάτι να με αγγίζει, 

πριν κουραστώ να επιπλέω και απελπιστώ, 

αφού φωνάξω και προσπαθήσω να σκαρφαλώσω όσο μπορώ, 

αφού σκεφτώ καθαρά και κλάψω και θυμώσω

...ελπίζω, Μιχάλη, να ρίξεις ανεμόσκαλα να πιαστώ και, 

σα γατί στο κουβά μουλιασμένο, κουρασμένο και γερό, 

να δω το φως και τα μάτια σου που θα μου δίνουν το χέρι να βγω...

Μαρουκλιώ  Ζαννίκου

 

Perla

 

Em vaig esforçar molt en atrapar el meu microbi, en aïllar-lo i deixar el seu cadàver en una tomba esculpida.

Els que van veure el meu treball el van anomenar perla i el van apreciar,

i jo em vaig alegrar de que fos tan bell i que l’hagués fet jo mateixa,

i sabia que si me’l treien, 

em matarien,

com ho vaig fer per no morir

i mentre ho feia movia el cos a cada instant.

 

 

Dependència (com armadura)

 

Cadascú amb la seva droga... un amb el menjar, ...un altre amb les seves ungles, una altra amb el seu noi...  per que tinguis una mare que t’abraci, un xumet per tranquil·litzar-te, un pit per alletar...

un nadó abandonat, congelat, amb sanglots, que somia amb mantes, llet evaporada i dits xuclats, que vol la seva dosi ja d’una vegada i no té una mare que li doni...

I busca la seva maneta per autodestrucció doncs mai es va sentir viu, però pressentia la seva futura mort...i no pot estar tot sol, doncs ell sol ha buscat el consol en les persones més desfavorides i no està acostumat encara als carrers de sentit únic...

 

Mariner Invisible

 

Les cartes que amagues al calaix

acompanyen al coixí del vaixell.

El rellotge, un petit regal que funcionava

però el temps a la nau no passava.

Vaig trucar el diumenge,

No em sent, pare, “una mica més”...

Vaig veure una foto de Maráki,

Vaig desembarcar buscant un nen.

Perdem la via, i perquè vivim?

Tos està en la nostra imaginació abans d’adormir-nos.

Envio petons als de casa, a Pános, a Sant Nicolau. Oblidem-ho tot.

 

 

 

En Tanasi i la Zoé

 

Caminaven agafats de la mà per damunt dels segles.

Ella és prima, elegant, tota de fusta, amb els cabells llargs.

Ell té els rems a les mans, la pell cremada pel sol, els ulls grocs.

Quan ell l’abraça per les espatlles, ella s’ofega una mica, però enrogeix amb emoció.

És només un joc.

ES besen sovint.

Cada bes és una ànima que fuig de la vida, és enterrada al sepulcre de la mort.

En Tanasi somriu en secret per l’alè que ha robat, es va commoure.

Però a Zoé no li imports en que dona, ha nascut per això.

Mira endavant, i segueix caminant.

 

Tàperes

 

Les tàperes , m’estiraven del cabell i de les mànigues,

com si m’estiguessin retenint en una vorera estreta,

menges i menges a mida que avances,

mentre els cotxes passaven per no atropellar-me.

Encara ho sento per una espina clavada a la màniga,

mentre pujo al  meu propi cotxe mortal.

 

 

El pou interior

 

...Ningú té una escala per pujar?

 

...caic al pou,

una pantalla fluorescent em xucla 

com un tobogan aquàtic ple de color,

em llenço, estic una mica desconcertada, una mica obsessiva

m’hi fico 

de cap

la roba s’infla com un globus,

volo com un heroi 

amb el puny mirant 

cap a baix

... però no volo, estic caient...

 

...llavors dono voltes com un anell,

lentament, mandrosament,

miro la paret, vull sortir...

i ara, de tant en tant, em trobo en una roca que sobresurt

que em dona una mica de fe en la pujada, en l’alè fresc del prat,

aquí respiro calor i humitat,

Les meves cames penjades ho noten més,

I oloro a aigua sense fons i a terra seca antiga, i a cucs d’aigua al final

... la pedra m’ofereix la seva mà, però rellisca i em canso 

...els dits no arriben, el cos es balanceja, els genolls rascats però...

 

...caic altre cop amb els braços oberts, recordant,

amb els ulls que miren el cercle que s’estreny,

encongeixo el cos, no menjo, el cal a la paret,

no vull colpejar-me,

ara tot el que visc i viuré són cops,

visc en un somni, per no espatllar-ho...

 

...abans d’arribar a l’aigua i mullar-me

i empassar-me els mosquits

i sento que alguna cosa m’agafa els peus,

abans de que em cansi de flotar i em desesperi,

crido i intento pujar tan amunt com puc,

després penso amb claredat, ploro i m’enrabio

...espero, Miquel, que llencis una escala d’aire que pugui atrapar i,

com un gat en una caixa, mullat, cansat i vell,

per veure la llum i els teus ulls, que em donaran una mà per sortir...

Enric Umbert-Rechac

I

 

En un políedre

tots els angles

estan condemnats

a l’abraçada.

 

En el bosc,

els arbres també.

 

II

 

Sobre el llençol

marco amb els dits 

dues ratlles paral·leles

sense destí ni final,

convençut 

que els nostres somnis

confluiran         en l’infinit. 

 

 

III

 

Cal escoltar

el cant retingut

d’una veta en la pedra,

el filó que es queixa,

per entendre que la infinitud,

el vast etern que ens envolta,

habita en la incessant

i perpètua

melodia de l’origen. 

 

IV

 

CARGOL DE MAR                               

 

La buidor d’una espiral,

la palpitació del mar.

 

La penombra, 

la memòria de la llum.

 

          

V

 

LA DONA DE LOT      

 

Seré estrangera allà on vagi,

sense nom, ombra només de mi, 

desposseïda per sempre 

de la meva història. 

 

No voldria seguir, mai més,

el pas del meu marit, 

convençuda que, si moro,

ell no se n’adonarà.

El crit, única arma de vida.

 

Em giraré per acomiadar-me de mi

i allargar la mà al record. 

Miraré enrere una sola vegada

per plorar la destrucció de la ciutat,

la destrucció de la meva identitat ultratjada,

perquè només m’és pàtria allò que he viscut.

Donaria la vida per una sola mirada

abans que una rígida camisa de força

em faci enfollir.

El meu cos, des d’ara i per sempre, 

restarà vestit de sal, 

ofert a un déu ignot.

 

Per què els déus no perdonen mai

la desobediència dels submisos 

i la insubordinació dels morts? 

 

VI

 

EL COLOR DE L’ESPERA                    

 

Orfe de llum, acaba l’hivern.

El tedi de la pluja 

aviat travessa les finestres.

 

Sobre la taula del menjador

un full blanc espera indiferent 

l’ombra de les flors.

 

És feble la resplendor.

Tan sols un polsim escriu

amb tinta de llum.

 

L’estança pren un aire ple d’inèrcia

quan no hi ha gaire diferència 

entre ser feliç i no ser-ho. 

 

 

VII

 

ANTIQUARI                 

 

Buscaves botigues d’antiquaris quan sorties a passejar

simplement per si veies alguna cosa que te’n recordava alguna altra. 

Encara creus que les absències dormen 

en l’ànima inanimada dels objectes?

 

Quan l’atzar s’acosta amb un somriure,

esdevé el reviscolament, es desvetllen estrofes oblidades

i sents el batec d’una imatge boirosa que neix del tacte, 

la necessària melodia de qualsevol record.

 

Tacte i record, dos elements ungits per l’empenta 

d’una felicitat evanescent, que voldries fusionar.

Saps ara que la pretesa revelació no és en l’objecte, sinó en tu. 

Ell l’ha desvetllada i tu hi has posat la lletra. 

 

 

VIII

 

EL PERFUM DE L’ATZAR

 

Al capvespre he vist un gat 

esmolant els raigs de sol

que entren per la balconada.

Ingenus malabarismes 

que em menen al to 

d’aquella darrera trobada,

al somni que ens amarava

sota l’ombra còmplice 

del ficus de la terrassa.

 

El perfum d’aquesta tarda atzarosa

i el furtiu joc dels peus del gat

m’ha retornat

inesperadament cap a tu.

 

És molt lent el temps del desglaç.

 

IX

 

DESPERTAR                           

 

Despertar és encaixar un trencaclosques d’imatges fragmentades,

l’instant on acoblar-se al lloc comú amb fulgors d’eternitat, 

l’incert moment en què s’esvaeix la fina línia d’una fractura.

Final de trajecte o punt de partida?

 

Et deixondeixes en una cambra farcida de dubtes enterbolits 

i reps alleugerit la catàrtica llum.

 

Busques un pensament que se t’ha esvaït com qui persegueix 

un objecte perdut. I et preguntes, on són les paraules? 

 

Hi ha hagut mort, sí, però una mort petita 

com un pulmó en suspens, 

com un rellotge de sol a l’ombra.

 

Alliberat dels somnis, obsessius testimonis del passat, 

t’adones que despertar és una revelació que es gesta 

en els llençols de la memòria.  

X

 

PORTBOU   

    

Homenatge a Walter Benjamin

 

A l’estació de Port Bou no s’hi arriba per mar. 

Una serpentina d’asfalt, roca o ferro t’atansa

i a la fi recales immòbil, exhaust.

 

Quan entra el brogit del vent per la boca nord,

i abans no surt, alerta a ningú 

que el camí s’esvaeix.

Aquí neix el destí, el silenci.

 

Mires atordit la rodona foscor

per on no vindrà res i marxaràs tot sol.

 

Xiula la mudesa enrabiada, sense avís, 

per l’esquena

- eriçó punyent, estremida flauta -.

Passes de puntetes, de pas,

perquè en aquesta estació 

es neix i es mor alhora.

 

Camines fugint del destí sobtat

 

fins que, escales avall,

fregues l’escuma captiva

d’una mar que gemega

com una sirena encisadora.

 

Desesperat final molt lluny de la fita 

que havies cercat.

 

El silenci esclata de nou invisible

i et perds entre les ones captives.

Ενρίκ Ουμπέρτ-Ρεxάκ.

 

1

 

Σε ένα πολύεδρο

όλες οι γωνιές

την πλάτη

είναι καταδικασμένες

στην αγκαλιά.

Στο δάσος
και τα δέντρα επίσης.

2

Πάνω στο σεντόνι
χαράζω με τα δάχτυλά μου

δύο παράλληλες γραμμές

χωρίς προορισμό ή τέλος,

πεπεισμένος
ότι τα όνειρα μας
θα συγκλίνουν στο άπειρο.

3

Πρέπει να ακούσουμε
το παρακρατημένο ψαλμό
από μια φλέβα στην πέτρα,
το κοίτασμα που παραπονιέται,
να κατανόησουμε αυτό το όνειρο,
την απέραντη αιωνότητα

που μας τυλίγει, που κατοικεί στην αδιάκοπη
και αέναη
μελωδία της προεύλευσης.

 

ΚΟΧΥΛΙ

Το κενό μιας σπείρας,
ο παλμός της θάλασσας.

Το σκιόφως,
η μνήμη του φωτός.

5


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΩΤ

Θα είμαι ξένη όπου κι αν πάω, 

ανώνυμη, μια σκιά μόνο εαυτού μου,

απογυμνωμένη για πάντα

από την ιστορία μου.

Δεν θα ήθελα ποτέ ξανά να ακουλουθήσω

τα βήματα του συζύγου μου,
πεπεισμένη ότι, αν πεθάνω,
εκείνος δεν θα το καταλάβει.

Η κραυγή, το μόνο όπλο μου.

Θα γυρίσω να αποχαιρετήσω τον εαυτό μου
και να απλώσω το χέρι μου προς τη μνήμη.
Θα κοιτάξω πίσω μόνο μια φορά
να θρηνήσω την καταστροφή της πόλης,
την καταστροφή της παραβιασμένης ταυτότητας μου, 

γιατί μόνο αυτό που έχω ζήσει είναι η πατρίδα μου.

Θα έδινα τη ζωή μου για μόνο μια ματιά
προτού με τρελάνει,
ένας άκαμπτος ζουρλομανδύας
Το σώμα μου, από τώρα και στο εξής και για πάντα, 

θα μείνει ντυμένο με αλάτι

προσφορά σε έναν άγνωστο θεό.

Γιατί οι θεοί δεν συγχωρούν ποτέ

την ανυπακοί των υποταγμένων

και την απειθαρχία των νεκρών;

6


ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Ορφανός από φως, ο χειμώνας τελειώνει. 

Η ανία της βροχής
σύντομα διαπερνά τα παράθυρα.

Πάνω στη τραπεζαρία
ένα λευκό φυλλο χαρτιού περιμένει αδιάφορα

τη σκιά των λουλουδιών.

Η λάμψη είναι αμυδρή. 

μόνο η σκόνη γράφει

με μελάνι φωτός.

Το δωμάτιο αποκτά μια ατμοσφαίρα αδιαφορίας

όταν δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά
μεταξύ του να είσαι ευτυχισμένος, ή όχι.

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ

Έψαχνες για καταστήματα με αντίκες όταν πήγαινες                                                                      [μια βόλτα

Απλώς μήπως έβλεπες κάτι που σου θύμισε κάποιο                                                                                [άλλο. 

Πιστεύεις ακόμα ότι οι απουσίες κοιμούνται
στην άψυχη ψυχή των αντικειμένων;

Όταν η τύχη πλησιάζει με ένα χαμόγελο,
εμφανίζεται η αναζωογόνηση, οι ξεχασμένες στροφές ξυπνούν και νιώθεις τον παλμό μιας θολής εικόνας που γεννιέται από την αφή,
η απαραίτητη μελωδία κάθε ανάμνησης.

Αφή και μνήμη, δύο στοιχεία ενωμένα από την ώθηση
μιας φευγαλέας ευτυχίας που θα ήθελες να
                                                      [συγχωνεύσεις.
Τώρα ξέρεις ότι η υποτιθέμενη αποκάλυψη δεν βρίσκεται στο αντικείμενο, αλλά εσένα.

Αυτό την ξύπνησε και εσύ έγραψες τους στίχους.

 

 

8


ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

Είδα μια γάτα σήμερα το απόγευμα

να ακονίζει τις ακτίνες του ηλίου

που μπαίνουν από το μπαλκόνι. 

Αφελές ζογκλερισμοί

που με οδηγούν στον τόνο

της τελευταίας συνάντησης, 

στο όνειρο που μας γέμισε

κάτω από τη συνένοχη σκιά

από τον φίκο στη ταράτσα.

Το άρωμα αυτού του τυχαίου απογεύματος

και το κρυφό παιχνίδι της γάτας
με τράβηξαν
απροσδόκητα πίσω για εσένα.

Η διαδικασία απόψυξης είναι πολύ αργή.

 

9


ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Το ξύπνημα είναι σαν να συναρμολογεις ένα παζλ από κατακρεματησμένες εικόνες,
η στιγμή της ένωσης στο κοινό τόπο με λάμψεις αιωνότητας, 

η αβέβαιη στιγμή που η λεπτή γραμμή μίας ρωγμής
σβήνει.
Τέλος ταξιδιού ή σημείο εκκίνησης;

Ζωντανεύεις σε ένα δωμάτιο γεμάτο
θολές αμφιβολίες
και δέχεσαι με ανακούφιση το καθαρτικό φως.


Αναζητάς μια χαμένη σκέψη
σαν να καταδιώκες
ένα χαμένο αντικείμενο. Και αναρωτιέσαι , πού είναι                                                                [οι λέξεις;

Υπήρξε θάνατος, ναι, αλλά ένας μικρός θάνατος

σαν πνεύμονας σε αναστολή,
σαν ηλιακό ρολόι στη σκιά.

Ελεύθερος από τα όνειρα, εμμονικές μαρτυρίες του                                                                 [παρελθόντος,
συνειδητοποιείς ότι το ξύπνημα είναι μια αποκάληψη                                                          [που ετοιμάζεται

στα σεντόνια της μνήμης.

10

ΠΟΡΤ ΜΠΟΟΥ


Φόρος τιμής στον Βάλτερ Μπένγιαμιν

Ο σταθμός Πορτ Μπόου δεν είναι προσβάσιμος δια                                                              [θάλασσης.

Μια κορδέλα από άσφαλτο, βράχο ή σίδηρο σε                                                                  [πλησιάζει

και στο τέλος φτάνεις ακίνητος, εξαντλημένος.


όταν ο θόρυβος του ανέμου μπαίνει μέσα από τη                                                          [βόρεια σήραγγα

και πριν βγει, προειδοποιεί τον καθένα

ότι το μονοπάτι χάνεται.


Εδώ γεννίεται η μοίρα, η σιωπή.

Κοιτάς έκπληκτος το στρογγυλό σκοτάδι
από όπου δε θα έρθει τίποτα και θα φύγεις ολομόναχος.

 

Σφύριζει η οργισμένη βουβαμάρα, χωρίς                                                                           [προειδοποίηση, 

πίσω από την πλάτη σου
-αιχμηρός αχινός, τρεμαμένο φλάουτο-.
Περνάς στις μύτες των ποδιών περαστικός,
επειδή σε αυτόν τον σταθμό

γεννιέσαι και πεθαίνεις ταυτόχρονα.


Περπατάς, φεύγοντας από την απρόβλεπτη μοίρα σου

μέχρι που, κατεβαίνοντας τις σκάλες, 

αγγίζεις τον αιχμάλωτο αφρό
μιας θάλασσας που βογγά
και που στενάζει σαν σαγηνευτική σειρήνα.

Απελπισμένο τέλος, μακριά από τον στόχο που είχες επιδιώξει.

Η σιωπή εκρήγνυται ξανά, αόρατη
και χάνεσαι ανάμεσα στα αιχμμάλωτα κύματα.

Μαρία Κλειδά                                             

 

Προσφυγιά                                                     

 

Το χέρι σου στο χέρι μου                                      

Το βλέμμα μου στο βλέμμα σου                          

 

Και λίγο χώμα για το δρόμο –                              

 

Για να θυμάται ο ουρανός                                  

Όταν βρέχει στα λασπόνερα                                

Τις ρίζες των ποδιών μας                                     

 

 

Θάλασσα του Αιγαίου                                       

 

Δάκρυσε η πέτρα κρίταμο                                   

Σαν μέστωσε ο ήλιος                                         

Κι είν’ ένα δάκρυ φυλαχτό                                   

Στο δέρμα σου επάνω                                      

 

Το γνωστό παιχνίδι                                          

 

Η γάτα έφερε σήμερα για δώρο                         

Έναν ποντικό πνιγμένο στα δόντια της              

Ο θάνατος χωρίς να το πολυσκεφτείς                

Είναι τόσο απλός                                             

Είναι θέμα συνήθειας                                       

Ή επιβεβαίωση ενστίκτου                                 

 

Στις οθόνες έχω μάθει πια                                

Να με περιγελά το καθημερινό                          

Το καμένο σώμα μιας έκρηξης υγραερίου          

Ο κακός ο λύκος ενός πολέμου                         

Το κόκκινο φανάρι που βάφτηκε κόκκινο                       

 

Η γάτα

Έπαιξε ξανά με το γεύμα της                            

Ένας άστεγος του εμπορικού                            

ξεψύχησε τα Χριστούγεννα                               

Ένα παιδί ξεβράστηκε παγωμένο σε                 

κάποια ακτή της Μεσογείου                                    

Ένας άντρας απαγχονίστηκε στην                     

αποθήκη του για χρέη

 

Ο ποντικός                                    

Είναι ένα γεύμα τρόπαιο                                   

Στους υπονόμους των ανθρώπων                    

Και θήραμα εξαίσιο                                          

Στο κελί των ανιάτων                                        

 

Κοιτάζω τα δυο γυάλινα μάτια του                     

Βουτηγμένα στο σταματημένο ρολόι                  

Και μετρώ την ανεπαίσθητη διαφορά                 

Ανάμεσα στο σχήμα μου και το σχήμα του         

Ανάμεσα στη ρωγμή του και στη ρωγμή μου      

ι αγγίζω την καρδιά μου                        

Να δω αν είμαι πεθαμένη ακόμη                       

 

 

Είμαι φτιαγμένη από νερό                             

 

Κάθε μέρα αφήνω την καρδιά μου                     

στον τοίχο του δρόμου                                     

Εκεί που ξυπνάει από λήθαργο το τραύμα         

Να μερώνει το αγρίμι στη μπογιά                      

Από τη φράση που γεννά στα βουνά τα ύψη      

«Ένα ρούχο για σένα»                                     

 

Κάθε φορά που παραδίνω την τρυφερότητα      

Αντίδωρο της πραγματικότητας                         

Ένα δάσος περπατάει στο στήθος μου              

Από δέντρα ακοίμητα σπαθιά                           

Για κείνο το δάκρυ που έσπασε τον καθρέφτη    

Κι έκοψε βαθιά τα χέρια σου στα χέρια μου        

 

Τι κι αν είμαι νερό                                            

Σαν αιμοφόρο αγγείο θέλω να ντύνω                 

τον αιώνα μου              

Με ζωή από νεκρούς των πολέμων                   

Και με μουσικές αγγέλων στις καταιγίδες           

Καθώς πλάθουν οι παιδικές φωνές                   

μια χορωδία λίμνη                    

Για τα σπασμένα φτερά από νομάδες                 

ελπίδες                                                                 

 

Μια φωτιά από νερό είμαι                                 

Να καίγονται ωραία οι λύπες                             

Καθώς μετράω τα χρόνια μου από σένα            

Που άφησες στον κήπο μου                              

Ένα ρούχο για το λίγο του κόσμου                    

Ένα ρούχο για μένα                                         

 

 

Νυχτώνει                                                        

 

Εις μνήμην των θυμάτων στα Τέμπη στις 28 Φεβρουαρίου 2023

Βαραίνει στους ώμους                                      

Μια αιώνια στιγμή                                            

Το παρόν σου                                                  

 

Ο νεκρός δεν κοιμάται                                      

Ο νεκρός δεν θέλει να κοιμηθεί                         

Κατάδικος και μόνος                                        

Πάνω στο ατσάλινο κρεβάτι                              

Του τόπου που τον γέννησε                             

 

Καις ακόμα                                                      

Καίει ακόμα το αίμα                                          

Το παρελθόν σου                                             

Σε χέρια που δεν αγγίζουν                                

Σε μάτια που δεν βλέπουν                                

Σε πόδια που δεν περπατάνε                           

Ένα κουφάρι βαραίνει τους ώμους σου             

Στο δυστύχημα του «Υπέρ Αναπαύσεως»         

Δύο τρένων                                                     

Δύο γονιών                                                      

Δύο αδελφών                                                  

Δύο φίλων                                                       

Ένα κουφάρι κεκλεισμένων ουρανών                

«Θ’ αργήσω σήμερα να επιστρέψω», είπες       

«Κλείδωσε και κοιμήσου                                   

Κράτα μονάχα το κρεβάτι μου στρωμένο           

Κι ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι                         

Θα’ ρχομαι από τη φωτιά και την κραυγή»         

 

«Κοιμήσου», είπες                                           

«Θα επιστρέφω                                               

Να σου σκάω ένα χαμόγελο στον ύπνο             

Κι ένα φιλί στο μάγουλο                                    

Να μην βαραίνεις όταν λείπω τα βράδια            

 

Θα’ ρχομαι διψασμένος                                    

Μα κρατώντας χαρούμενος                              

Τα παιδικά ολοκαίνουργια παπούτσια               

Που μου αγόρασες σε κείνα τα γενέθλια            

Θα επιστρέφω                                                 

 

Για σένα θα επιστρέφω μαμά μου»                   

 

 

Το βιος μου                                                    

 

Έχω ένα φτερό αδέσποτου πουλιού μέσα 

στο άγραφο βιβλίο μου.         

Να τεμαχίζω το σκοτάδι σε αντίδωρα ήλιου.       

Να μην υπάρχει δάκρυ ανώφελα ξοδεμένο        

στα μάτια.       

Να μην υπάρχει κραυγή που έμεινε μισή μέσα στο μαξιλάρι.                                   

 

Να μην υπάρχει παιδί που έμεινε μονάχο          

χωρίς γάλα στα χείλη.         

Έχω ένα φτερό από άνθρωπο να χτίζω             

 τη φωλιά μου.                                                

María Klidá

 

Refugiats

 

La teva mà a la meva mà

La teva mirada a la meva mirada

 

I una mica de terra pel camí –

 

Per a que el cel recordi

Quan plou sobre fang

Les arrels dels meus peus

 

 

Mar Egeu

 

La pedra va plorar llàgrimes de fonoll

Com si el sol l’hagués fet madurar

I és una llàgrima un talismà

Damunt la teva pell

 

El joc habitual

 

El gat ha dut un regal avui

Un ratolí ofegat entre les dents

La mort sense pensar-hi gaire

És tan senzill

És un tema d’hàbits

La confirmació de l’instint

 

Ja he après a les pantalles

A riure’m de mi cada dia

El cos cremat d’una explosió de gas

El llop dolent d’una guerra

El semàfor vermell pintat de vermell

 

El gat

Juga altre cop amb el seu menjar

Un sense sostre del comerç

Va expirar el dia de Nadal

Un nen mort de de fred va ser arrossegat

a una platja de la Mediterrània

Un home es penja al seu magatzem

pels deutes

 

El ratolí

És un menjar trofeu

A les clavegueres dels homes

I presa excel·lent

A la cel·la dels incurables

 

Miro els teus ulls vidriosos

Enfonsats al rellotge aturat

I mesuro la diferència imperceptible

Entre la teva forma i la seva forma

Entre la seva figura i la meva figura

I palpo el meu cor

Per veure si sóc morta encara

 

 

Estic feta d’aigua

 

Cada dia deixo el meu cor

al mur del carrer

Allí on desperta de la letargia la ferida

Per donar l’animal salvatge

De la frase que em neix a les altes muntanyes

“Una peça de roba per tu”

 

Cada cop que aporto tendresa

Obsequi de la realitat

Un bosc es passeja pel meu pit

Amb arbres de ferides insomnes

Per aquella llàgrima que va trencar el mirall

I va afluixar les teves mans en les meves mans

 

Fins i tot si sóc aigua

Com un vas sanguini vull vestir-me

amb la meva edat

Amb vida entre les morts de les guerres

I amb músiques d’àngels a les tempestes

Mentre les veus dels nens creen

un llac coral

Per les ales trencades de les esperances

nòmades

 

Sóc un foc en mig de l’aigua

Cremant molt bé les penes

Mentre calculo els meus anys de tu

Que vas deixar al meu jardí

Una petita peça de roba

Una peça de roba per mi

 

 

Vespreja

 

En memòria de les víctimes de Tempe

el 28 de febrer de 2023

 

Pesa sobre les espatlles

Un instant etern

El teu present

El mort no dorm

El mort no vol dormir

Condemnat i sol

Damunt del llit d’acer

Del lloc on va néixer

 

Cremes encara

Crema encara la sang

El teu futur

Amb mans que no toquen

Amb ulls que no veuen

Amb cames que no caminen

 

Un cadàver pesa sobre les teves espatlles

A l’accident del “Súper Descans”

Dos trens

Dos pares

Dos germans

Dos amics

Un cadàver tancat al cel

“Avui tornaré tard”, vas dir

“Tanca amb clau i ves a dormir

Deixa fet el meu llit

I un got d’aigua a la taula

Vindré del foc i del crit”

 

“Dorm”, vas dir

“Tornaré

Per fer-te somriure en el son

I un petó a la galta

No t’avorreixis a la nit quan jo no hi sigui

 

Vindré assedegat

Però feliç tot portant

Les sabates noves dels nens

Que em vas comprar per l’aniversari

Tornaré

 

Tornaré per tu, mare”

 

 

La meva vida

 

Tinc una ala d’un ocell errant dins

d’un llibre meu no escrit.

Trossejar la foscor en ofrenes de sol.

Que no existeixin llàgrimes als ulls

malbaratades inútilment.

Que no existeixin crits que restin

dins el coixí.

 

Que no existeixi un nen que resti sol

sense llet als llavis.

Tinc una ala humana per construir

el meu niu.

Joan R. Lladós

 

Tots aquests poemes procedeixen d’un llibre que es publicarà al novembre amb el títol de “No cal tancar les portes”. Està íntegrament dedicat a Grècia i el seu títol està inspirat, com antítesi, en un poema òrfic contingut en el llibre més antic que s’ha trobat fins ara a Europa, el “papir de Derveni” (s IV aC).

 

PAROS

 

Veig corbes en el marbre

subtils i delicades,

no encara cisellades

per escarpa ni martell.

No és tan inútil la superfície,

com passar de l’atzar al destí?

 

 

EGEU

 

D’un blau amniòtic acull l’Egeu

i es veu ben clar com si fos ara

Afrodita envoltada d’escuma

seductora sorgint del mar.

El tamarisc a la riba 

estén les branques cridant-la.

Inassolible als homes

la terra parla encara

la llengua dels Déus.

 

SÉRIFOS 

 

Peus immortals ballen avui

festives músiques tòniques 

damunt la coberta de naus

que no saben de rems ni  veles.

 

Única veu en el silenci

totes les paraules del vent

fan oracle inefable els núvols.

La ira dels déus és un somni.

 

Plou el temps com un diluvi.

 

NÚVOLS

 

Núvols com ombres,

tot un exèrcit

de plom.

Coloms tacats de gris caminen

sense atrevir-se a deixar

ni una petjada a la sorra.

¿De quins altres diluvis vénen?

 

 

LEFKÁDA

 

Com abelles cercant el pol·len

dels mots per libar en secret

la críptica mel del poema,

l’instint.

 

 

PRESSENTITS

 

Hi ha tots els colors del cel

al mar Egeu...

Els folls turbulents amors

muts imaginats viscuts 

en un sol bes.

Tots els versos pressentits

com un punyal.

Hi ha tots els colors del mar

en els teus ulls.

 

 

THYRA

 

Cauen els llibres dels prestatges

ara que les roques tremolen.

Es retira atemorit el mar, 

els peixos se’n van a l’exili,

el ca ha deixat de bordar,

es fa silenci, tot s’atura.

No es mou ni el cim dels xiprers,

hipnotitzades les palmeres 

no s’atreveixen ni a fer ombra.

Les herbes de les tombes

reneguen d’haver germinat

i la fusta dels taüts grinyola

fent la melodia de fons

a les veus mudes de la por.

S’esquerden les parets, els camps.

els somnis han fugit de pressa:

en la distància, al darrere,

els crits.

Dubten els arbres.

 

HESPÈRIDES

 

Mai podran escuts ni sagetes

caçar les paraules alades,

tampoc les xarxes invisibles

de negres designis jurídics.

 

Quins rius, quins mars

no s’han enterbolit encara

amb els nostres pràctics polímers ?

Quines terres, quins cultius

no hem emmetzinat encara

com si fossin d’un enemic

vençut que cal exterminar?

 

Digueu-me on són, on queden ara

les taronges, llimones d’or.

Si en queden encara, encara...

 

 

 

SIGNES

 

Traduir la suggestiva bellesa estètica

del pensament pur en acció

en símbols i equacions poètiques

amb gran precisió matemàtica

sense signes superflus com si fos

un encanteri capaç de penetrar

la veritable essència destil·lada

que condensa les emocions de la lògica.

No és fàcil, però, superar

dificultats i prejudicis,

quelcom ancestral i atàvic,

simbolisme anterior a tot i màgic

enllà del límit de les formes.

De què serveix? De res. I ho és Tot.

 

ARQUITECTURA                                            

 

No sense esforç es basteixen els temples

ni esdevé columna una pedra

damunt l’altra encara que Atenea

en sigui la deessa venerada.

Ni s’erigeix un temple únicament

com un pur sumatori de columnes,

peristils, arquitraus i frontispicis:

és la mateixa Atenea que inspira

i dirigeix diligent la bastida.

No és fàcil però sobreviure

incòlumes al foc de l’odi i la venjança

malgrat la protecció de la immortal.

Aplegada la runa novament

cal bastir un altre temple.

 

 

LLEGIM JUNTS

 

Llengües llepant-se

fan possible

una sola saliva

mentre des de púlpits daurats

prediquen llengües bífides.

Llegint lentament

sento l’eco de les paraules escrites:

la poesia és la geodèsica més curta

entre la imaginació i el somni,

després de la bogeria.

 

 

DODONA

 

Paraules com marbres inútils

runa arqueològica d’un temple

impossible de reconstruir.

Mots inutilitzables dormen.

Baixar allà on les arrels

s’endinsen i es confonen

amb la terra com els morts

per libar-ne tots els sucs

fins a fer-se saba ascendent

d’on neixin troncs i branques

repartint fulles i flors

per esdevenir finalment lliure

perfum tan sols.

QUIOS

 

A l’Egeu emergeix

un pastís de nata.

Quasi sacríleg desflorar

les aigües del mar.

Tan alts, inaccessibles

a tots els vents

els núvols entonen

llur propi cant

que ningú és capaç d’escoltar.

Ara sí, a poc a poc,

se’m va fent perceptible,

Una música em va envaint

fins a sortir de dins meu.

Ja ho reconec,

Són les Muses que Theodorakis

escampa i ressonen pertot

com si fos un vent simfònic

d’ones del mar i d’oliveres.

Τζουάν Ρ. Λιαντός

‘Ολα αυτά τα ποιύματα προέρονται από ένα βιβλίο που θα εκδοθεί τον Νοέμβριο με τον τίτλο “Δεν χρειάζετε να κλείσετε τις πόρτες”. Είναι αφιερωμένο εξ ολόκληρου στυν Ελλάδα και το τίτλο είναι εμπνευσμένος, ως αντίθεση, από ένα Ορφικό ποίημα που περιέχεται στο παλαιότερο βιβλίο που έχειανακαλυπθεί μέχρι σήμερα στην Ευρώπη, ο πάπυρος Δερβενίου (400 π.Χ.).

ΠΑΡΟΣ

Βλέπω καμπύλες στο μάρμαρο

ανεπαίσθητες και ντελικάτες, 

όχι σμιλεσμένες
με καλέμι ή σφυρί.

Δεν είναι και τόσο άχρηστη η επιφάνεια,
ώς να περάσεις από την τύχη στα πεπρομένα;

ΑΙΓΑΙΟ

Υποδέχεται το Αιγαίο ενός αμνιακού μπλε

και φαίνεται τόσο ξεκάθαρο σα να ήταν τώρα

η Αφροδίτη τυλιγμένη σε αφρό
δελεαστικη, αναδυόμένη από τη θάλασσα. 

Το αλμυρίκι στην ακτή
απλώνει τα κλαδιά του, φωνάζοντάς την. 

Ανέφικτο για τους ανθρώπους
η γη μιλάει ακόμη
τη γλώσσα των Θεών.

ΣΕΡΙΦΟΣ

Αθάνατα πόδια χορεύουν σήμερα

εορταστικές τονικές μουσικές
στα κατάστρωματα των πλοιών
που δεν ξέρουν τίποτα από κουπιά και πανιά.

Μοναδική φωνή στη σιωπή
όλα τα λόγια του ανέμου
γίνονται τα σύννεφα ένα ανείπωτο μαντείο. 

Η οργή Θεού είναι ένα όνειρο.


Βρέχει ο χρόνος σαν να ήταν κατακλυσμός.

ΣΥΝΝΕΦΑ

Σύννεφα σαν σκιές,
ένας ολόκληρος στρατός
από μόλυβδο.
Περιστέρια με τις γκρίζες κηλίδες περπατούν

χωρίς να τολμούν να αφήσουν
ούτε ένα αποτύπωμα στην άμμο.
Από ποίες άλλες πλημμύρες προέρχονται;

ΛΕΥΚΑΔΑ

Σαν μέλισσες ψάχνοντας τη γύρη

των λέξεων για να ρουφήξουν κρυφά

το κρυπτικό μέλι του ποιήματος,
το ένστικτο.

ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Όλα τα χρώματα του ουρανού

υπάρχουν στο Αιγαίο Πέλαγος... 

Οι τρελοί ταραγμένοι ερώτες

βουβοί φαντασιωμένοι, βιωμένοι

σε ένα μόνο φιλί.

Όλοι οι στίχοι προαισθάνθηκαν

Σαν ένα εγχειρίδιο.
Όλα τα χρώματα της θάλασσας

υπάρχουν στα μάτια σου.

ΘΗΡΑ

Πέφτουν τα βιβλία από τα ράφια
τώρα που οι βράχοι τρέμουν.
Υποχωρεί φοβισμένη η θάλασσα,
τα ψάρια πηγαίνουν στην εξορία,
ο σκύλος δεν γαβνίζει πια,
πέφτει η σιωπή, όλα σταματούν.
Δεν κινούνται ούτε καν οι κορυφές των κυπαρισσιών, 

οι φοίνικες , υπνωτισμένοι,

δεν τολμούν καν να ρίξουν σκιές. 

Τα χόρτα των τάφων

Απαρνούνται που βλάστησαν
και το ξύλο των φέρετρων τρίζει

κάνοντας μουσική υπόκρουση

στις βουβές φωνές του φόβου. 

Ραγίζουν οι τοίχοι, τα χωράφια, 

τα όνειρα έφυγαν γρήγορα:

στην απόσταση, πίσω,
οι κραυγές. 

Αμφιβάλλουν τα δέντρα.

ΕΣΠΕΡΙΔΟΙΔΕΣ

Δεν θα μπορέσουν ποτέ ούτε οι ασπίδες ούτε τα βέλη να κυνηγήσουν τις φτερωτές λέξεις,
ούτε τα αόρατα δίχτυα
των μαύρων σχεδίων.

Τι ποτάμια, τι θάλασσες
δεν έχουμε δηλητηριάσει ακόμα
με τα πρακτικά μας πολυμερή;
Ποίες εκτάσεις, ποίες καλλιέργειες
δεν έχουμε δηλητηριάσει ακόμα
σαν να άνηκαν σε έναν ηττημένο εχθρό, 

που πρέπει να εξοντωθεί;

Πείτε μου πού είναι, που απομένουν ακόμα

τα πορτοκάλια τα λεμόνια τα χρυσά;
Αν υπάρχουν ακόμη, ακόμη...

ΣΗΜΑΔΙΑ

Να μεταφράζεις την υποβλητική αισθητική ομορφιά Του καθαρού στοχασμού σε δράση
Σε ποιητικά σύμβολα και εξισώσεις
με μια μεγάλη μαθηματική ακρίβεια

χωρίς περιττά σημεία σαν να ήταν
ένα ξόρκι ικανό να διεισδύσει
στην αληθινή αποσταγμένη ουσία
που συμπυκνώνει τα συναισθήματα της λογικής. 

Δεν είναι εύκολο, ωστόσο,

να ξεπερνάς δυσκολίες και προκαταλήψεις,
κάτι το προγονικό και αταβιστικό
έναν μαγικό συμβολισμό, προγενέστερο των πάντων πέρα από των μορφών.
Τι υπηρετεί ;
Τίποτα. Και είναι το Κάθε τι.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Χωρίς δυσκολία δεν χτίζονται οι ναοί

δεν γίνεται στήλη μια πέτρα
πάνω στην άλλη, ακόμα κι αν η Αθηνά

είναι η θεά που λατρεύεται.

Δεν αναγείρεται ναός μόνο
απλώς προσθέτοντας κίονες, 

περιστύλια, επιστύλια και μετόπες: 

είναι η ίδια η Αθηνά που εμπνέει
και διευθύνει επιμελώς την κατασκευή.

Αλλα δεν είναι εύκολο να επιβιώσεις
χωρίς να υποφέρεις από μίσος και εκδίκηση

παρά την προστασία της αθάνατης.
Αφού μαζέψεις ξανά τα ερείπια
πρέπει να χτίστεί ένας άλλος ναός

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΜΑΖΙ

Γλώσσες που μπερδεύονται

δημιουργούν
ένα μόνο σάλιο
ενώ από επιχρυσωμένους άμβωνες

κηρύττουν γλώσσες διχαλωτές. 

Διαβάζοντας αργά

ακούω την ήχω των γραπτών λέξεων:
η ποίηση είναι η συντομότερη γεωδαισιακή

μεταξύ φαντασίας και όνειρου,
μετά την τρέλα.

ΔΩΔΩΝΗ

Λέξεις σαν άχρηστα μάρμαρα, 

αρχαιολογικά ερείπια ενός ναού

αδύνατο να αναστηλωθεί. 

Άχρηστες λέξεις κοιμούνται. 

Κατεβείτε εκεί όπου οι ρίζες

εισέρχονται και μπερδεύονται

με τη γη όπως οι νεκροί

για να ρουφήξουν όλους τους χυμούς της

μέχρι να γίνουν ανερχόμενος χυμός
από τον οποίο γεννιούνται κορμοί και κλαδιά μοιράζοντας φύλλα και άνθη

για να είναι ελεύθερο τελικά, 

μόνο άρωμα.

ΧΙΟ

Στο Αιγαίο Πέλαγος αναδύεται
μια pastís de nata
Είναι σχεδόν ιεροσυλία να ξεπαρθενιάζεις

τα νερά της θάλασσας.
Τόσο ψηλά, απρόσιτα
σε όλους τους ανέμους,
τα σύννεφα τραγουδούν
το δικό τους τραγούδι

που κανείς δεν είναι ικανός να ακούσει. 

Τώρα ναι, σιγά σιγά,
μου γίνεται αντιληπτή,
Μια μουσική με κατακλύζει

μέχρι που να πηγάζει από μέσα μου. 

Τώρα πια το αναγνωρίζω,
είναι οι Μούσες που ο Θεοδωράκης

σκορπίζει και αντήχουν παντού

σαν να ήταν συμφωνικός άνεμος
από κύματα της θάλασσας και ελαιώνες

Λάρδας Α.

 

Στερνό ταξείδι

Μες’ απ’ το φινιστρίνι της ανίας                            

προσμένω το φεγγάρι να φανεί                            

και βάζω πλώρη για άλλη θάλασσα.                     

Μα απ΄όλα επάνω αχνοπροβάλλει                       

η έγνοια η δική σου και η μορφή σου                    

Της έρημης ζωής μου εσύ παντάνασσα.                             

 

Και πλέω απ΄αστέρι σ΄ άλλο αστέρι                      

με την αγρύπνια πάντα σύντροφο                        

και πάντα με πορεία την ερήμωση                        

ως που να΄ρθω στον κάβο της αγάπης                 

και να απαγγιάσω στων ματιών σου το λιμάνι        

στερνό μου αραξοβόλι εσύ και λύτρωση.             

 

 

Εμποριός                                                          

 

Στης πέτρας τη λαβοματιά                                  

Κρίταμα θειάφι και χιλιετίες ήλιου                         

Μορφές θορυβημένου έρωτα                               

Και μακριά πράσινη σύναξη του σχίνου               

Α, πως να ξοδέψω τούτη την καρδιά                    

Και που να απλώσω τα μαλλιά σου                      

Αρχαίο παιδί θαλασσινό                                      

Γέννημα θρέμμα της φωτιάς                               

Και του πολυλογά αέρα                                       

Γυμνή κουκίδα στο γιαλό                                     

Με σβήνει ο ίσκιος του καιρού                             

Και μες τη μαύρη φούχτα σου                              

Το κίτρινο φεγγάρι                                               

Ρίχνει τη σκαλα ν΄ανεβώ                                      

Και να σαλπάρουμε                                             

 

 

Αγρότισσα                                                        

 

Πριν σου λαλήσει καν όρθια σε βρίσκει                 

Το πετεινάρι του ήλιου κι απορεί.                          

Με την μαντίλα της υπομονής                              

Δεμένη στο κεφάλι                                              

Με την παλίρροια των χεριών                              

Να στρώνεις το τραπέζι                                       

Και της σποράς και της συγκομιδής                      

Αγρότισσα                                                          

Με τη σκληράδα διαμαντιού                                

Του χρόνου τα πατήματα χαράζεις                       

Κι εσύ μονάχα αφουγκράζεσαι                             

Της αδελφής σου γης το χτυποκάρδι                    

Κι είναι για αυτό που αρπάζεις το χερόμυλο         

Κι αλέθεις ασταμάτητα                                         

Της καλωσύνης σου το στάρι                              

Κι είναι για αυτό                                                  

Που δεν αφήνεις να γκρεμίσει τίποτα                    

Και τίποτα να πάει στα χαμένα                             

Αγρότισσα                                                          

Εικόνισμα πανάρχαιο θαυματουργό                     

Χτίζεις και ονειρεύεσαι χλωρά χωράφια               

Τις καρδιές όλου του κόσμου                              

Χτίζεις και ονειρεύεσαι τρεχούμενο νερό              

Το γέλιο όλου του κόσμου.                                  

Αγρότισσα                                                          

Ελπίδα της ζωής και της ειρήνης.                         

 

 

Ακτές                                                                 

 

Γερμένη στο μπαλκόνι η ψυχή σου                       

Απέναντι η ακτή της Ιωνίας                                 

Σωπαίνει στον αχό της αγωνίας                           

Όταν ακούει την προσευχή σου                           

 

Ραμφίζουν τα φτερά τα χελιδόνια                          

Του φθινοπώρου βλέποντας τα νέφη                    

Ο μίμαντας από μακριά σου γνέφει                      

Δακρύζει σαν θυμάται άλλα χρόνια                       

 

Αιώνες λέει σ΄ αγαπώ είμαι δικός σου                   

Κι εμένα η καρδιά μου είναι πικρή                        

Το χιώτικο με ανασταίνει γιασεμί                           

Ώρες που με πληγώνει ο λυγμός σου                   

 

 

Μάνες του κόσμου                                            

 

Του Δίστομου μαυροντυμένες μάνες                     

Εβραίες μάνες στα στρατόπεδα θανάτου             

Μάνες στις στέπες της Ρωσίας                             

Στους οριζώνες του Βιετνάμ                                

Στου Αλιέντε στου Νερούδα της Χιλής                   

Στου Ντιέγκο της Αργεντινής                                

Μάνες της Κύπρου τυλιγμένες συρματόπλεγμα     

Μάνες κατάμαυρες της Αφρικής                           

Για σας δεν έκλαψε κανένας                               

Της Παλαιστίνης μάνες ορφανές από παιδιά.        

Μάνες του κόσμου σταυρωμένες                          

Στου πόνου τον αβάσταχτο σταυρό                      

Δεν συγκινείτε πια τους ποιητές                           

Για σας δε γράφουν ύμνους                                

Το αρρωστημένο εγώ τους κανακεύουν               

Μήτε ζωγράφοι μήτε γλύπτες.                             

Στο μέταλο στην πέτρα στον καμβά                      

Το σπαραγμό σας δήθεν δε γνωρίζουν                 

Κι εγώ σε κάποιες ώρες απροσδιόριστες              

Όταν περνάτε μπρος μου ματωμένες                  

Σκύβω φιλώ το χέρι σας το άγιο                           

Και σας κοιτάζω δακρυσμένος                             

Να χάνεστε αργά αργά                                        

Στη σκοτεινή ανωνυμία                                        

 

 

Καρποφορία                                                     

Πήρα πολλές φορές στα χέρια το μαχαίρι              

Κι απ΄ την καρδιά ξεφλούδιζα                                           

Τα σκέλεθρα της πίκρας                                      

 

Καθάριζα τις χειμωνιάτικες πληγές                       

Μα αυτές ξαναβλασταίναν                                   

Περνούσα τις λαβωματιές                                    

Με όνειρα αντισηπτικά                                        

Με ιδανικά και φαντασιώσεις                               

Κι άυπνος έμενα μερόνυχτα                                

Να παρακολουθώ πότε η ψυχή                            

Σαν το μωρό θα ξανακλάψει                               

Μια μέρα όλα τα παράτησα                                

Σήκωσα τα πανιά κι απελπισμένος                         

Πήρα πλωτά ποτάμια πήρα πέλαγα                     

Κι έφυγα να βρω ένα μεσημέρι                             

Που θα σπαθίσει τις ακτίνες πάνω μου                 

Κι εύρωστος έφηβος θα ξαναρχίσω                      

Να σφγίγγω πέτρα μες στο χέρι μου                     

Και να κυλούν σαν πρώτα ουράνιες λέξεις           

Ντυμένες μ΄άσπρα πέδιλα και με κόκκινα            

Κι εγώ να τραγουδώ μόνο για έρωτες                   

Κι επαναστάσεις ουτοπίας                                   

Antoni Lardas

 

Darrer viatge

 

A través de l’ull de bou del tedi

espero que la lluna aparegui

I poso proa cap a un altre mar.

Però per damunt de tot destaca lleument

la teva preocupació i la teva forma

de vida solitària, Tu ets eterna.

 

Navego d’una estrella a una altra

amb la vigília per companya

i sempre amb un rumb de desolació

fins que arribi a la punta de l’amor

i que toqui port als teus ulls

la última cala tu, la salvació

 

 

Comerciant

 

A les pedres del rentamans

Fonoll marí i mil·lennis de sol

Formes d’amor sorollós

I lluny una verda reunió de llentiscles

Ah!, com puc gastar aquest cor

I allisar els teus cabells

Antic nen del mar

Nascut i criat pel foc

I el seu aire parlador

Nina nua a la platja

M’esborra l’ombra del temps

Amb el teu puny negre

La lluna groga

Tira l’escala per que pugi

I que salpem

 

 

Pagesa

 

Abans de parlar-te et troba dempeus

I es sorprèn el gall del sol..

Amb el mocador de la paciència

Lligat al cap

Amb la maregassa de les mans

Per parar la taula

I també la sembra i la collita

Pagesa

Amb la duresa del diamant

Del temps deixes les teves petjades

I tu només escoltes amb atenció

El batec del cor de la teva germana terra

I és per això que agafes el molinet

I dones voltes sense parar

Al gra de la teva bondat

I és per això

Que no deixes caure res

I res no es desaprofita

Pagesa

Miraculosa imatge ancestral

Construeixes i somies camps verds

Als cors de tot el món

Construeixes i somies aigües que corren

El somriure de tot el món.

Pagesa

Esperança de la vida i de la pau.

 

 

Costes

 

Inclinada al balcó de la meva ànima

Davant la costa del Iònic

Calla per la remor de l’angoixa

Quan escolta la teva pregària

 

Picotegen les ales les orenetes

Mirant els núvols de la tardor

Un planeta et fa senyals des de lluny

Plora en recordar altres temps

 

De sempre, diu, sóc teu

I per mi el meu cor és amarg

El gessamí de Quíos em fa ressuscitar

Hi ha moments que el meu sanglot em fa mal

 

 

Mares del món

 

Mares vestides de negre de Dístomo

Mares hebrees als camps d’extermini

Mares a les estepes de Rússia

Als arrossars de Vietnam

Per Allende i per Neruda a Xile

Per Diego a Argentina

Mares de Xipre envoltades de fil espinós

Mares negríssimes d’Àfrica

Per elles no va plorar ningú

Orfes de nens les mares de Palestina.

Mares del món crucificades

En el dolor insuportable de la creu

Ja no commouen els poetes

No escriuen himnes per elles

El seu jo malaltís els malcria

Ni tampoc els pintors ni els escultors

Al metall a la pedra al llenç

No coneixen la seva aflicció

I jo en alguns moments imprecisos

Quan vas passar pel meu costat sagnant

M’inclino i beso la teva santa mà

I us miro plorós

Co us perdeu a poc a poc

En el fosc anonimat

 

 

Collita

Vaig agafar molts cops el ganivet amb les mans

I anava parlant als esquelets

De l’amargura del meu cor

 

Netejava les ferides de l’hivern

Però tornaven a brotar

Repassava les ferides

Amb somnis antisèptics

Amb ideals i fantasies

Insomne dia i nit

Per veure quan la meva ànima

Tornaria a plorar com un nadó

Un dia ho vaig deixar

Vaig hissar les veles i, desesperat,

Vaig navegar pel riu, vaig sortir al mar

I vaig fugir per trobar un migdia

Que trenqués els raigs de llum damunt meu

Per tornar a començar com un adolescent robust

Prement una pedra amb la mà

I fluir com les primeres paraules celestials

Vestides amb sandàlies blanques i vermelles

I jo cantant només a l’amor

I a revolucions utòpiques

Antoni Robert

VERSEMBLANCES

Vent

El vent està movent els arbres.

Els inclina a la dreta amb molta força.

Ells tornen a posar-se rectes.

El vent mou el fil del corrent.

El fil es mou com una serp.

El vent arrossega els núvols.

Els núvols llisquen lentament.

Sento xiular el vent

que mou els arbres,

que mou el fil del corrent,

que arrossega els núvols.

Sento xiular el vent.

Sento el vent.

Sento.

Far

Al far la penombra i la boira són neguits

i el fil de llum el clau roent.

Al far les sirenes són actes puntuals

que conformen el tot,

les roques el boc que sotja

amb la dalla presta.

Fóra bo si no hi hagueren tempestes,

ni boires,

ni núvols.

Però aleshores no hi hauria far,

ni l’home que mira.

Hivernacle

 

Cap presagi en el so,

cap esclavatge,

cap missatge llegit

prenent per llibre

els pentagrames.

Escolto contemplant

postes de sol tardorals

des d’una cambra fosca

amb els mots, companys,

que se m’escapen.

Vibro dins l’hivernacle

amb els arbres morts

i les pells d’animals

escampades per terra.

Els insectes han fugit

i miro de reüll

titil·lants reflexos

de sentit boirós.

Si un roc esberlés el vidre

les dues foscors serien una.

Pensament

 

Un dia em quedaré quiet;

hi romandré

molt de temps,

dedicat tan sols

a contemplar

els meus pensaments.

Cuita ignorant,

aquest dia, finalment,

seràs vençuda.

Meus afanys,

temps que fuges,

patiments, ambició,

tots deixareu de pesar-me,

i us contemplaré

com qui observa peixos exòtics

en un aquari.

Mentrestant, però,

soc mòbil,

i lluito per sobreviure

dins de la peixera.

Rodes

 

M'he assegut

a mirar com les rodes

giren i giren

sense parar mai.

Un estremiment

m'ha resseguit l'espinada

i m'ha deixat tremolant.

D'ara endavant

el meu cos

s'anirà clivellant

com edifici vell,

destinat fatalment,

a poc a poc,

a enfonsar-se

en silenci.

Tot serà sempre

provisional.

Envejo els sers irracionals.

Hores

 

Com un pare decebut

pel fill fugit de casa

no sé on són

les meves hores.

Com objecte oblidat,

per la pressa,

companya no volguda,

em queda la solitud.

No passa el temps,

sóc jo que corro

travessant-lo,

esbufegant.

Crits

 

Em plau el parlar tàcit i remís;

m’adono que el discurs no val l’esforç

de confegir paraules i és millor

restar a l’aguait de percebre.

Algú crida.

El silenci és tan fràgil

que el parloteig balmat ofega l’aire.

Algú torna a cridar i jo me’n vaig

pensant que fóra bo anar de gairell

per la vida i no destorbar qui escolta.

Caldrà ajornar el diàleg

fins que arribi el silenci.

Ninots

 

En la remor mecànica

algú parla.

El brogit metàl·lic,

monstre famèlic,

s’empassa la veu

i observo de lluny

el ninot que belluga la boca.

El gest cansat,

la llangor al ulls,

el fracàs.

La fàbrica és plena de ninots

que belluguen la boca,

i el braços

i les cames.

Son el que fan;

si es paressin

no serien res.

Diables

 

Lluitaré per perllongar el meu món,

com un imperi en el temps,

disposat a vendre l’ànima al diable.

No cal que m’ho recordis:

amb el darrer sospir

vindrà a prendre el que és seu,

però aleshores seré com ell.

Lluitarem.

Res

 

Entre una i altra cançó

agrairia un silenci

ple de res,

i al seu lloc m’escomet

la fressa del camió de la brossa

que trenca cruament la bellesa.

De sobte sé que no sóc res

i que res m’és permès.

Sé que no sóc res

i a tothom ho vull dir,

i no puc, perquè no sóc res.

Tinc por que els mobles

i les parets de casa

s’esvaeixin

ara que he descobert

que no sóc res.

Quan m’adoni

que tot ha desaparegut

voldrà dir que sóc mort?

INÈDITS

Morts

 

Som a l'eixida

parlant com si res, mare,

parlant com si res,

potser parlant com mai,

que en vida poc ho varem fer

(sempre és poc per molt que sembli),

parlant com parlen els vius,

però sense pressa,

escoltant-nos.

I tot d'una ens interromp el pare,

amb aquella veu dolça,

i amb les seves ocurrències

que ens fan tanta gràcia.

Ens mirem preocupats, mare;

és delicat.

Com li diem que no pot,

que ell ja fa temps que és mort?

Sediment

 

Les hores mortes cauen a l'aigua,

s'enfonsen lentament per la seva densitat

lleugerament superior a la del líquid

que les envolta i les ofega,

(però no pateixen, ja són mortes),

s'enfonsen lentament fins al fons tèrbol

convertides en sediment;

primer en llim sedós,

després substrat compacte

a mesura que altres li cauen al damunt,

mentre al límit dels dos regnes aigua i aire

juguen amb la llum, a reflexions, a refraccions..

Les deixo anar (les deixo dic,

com si pogués ser d'altra manera);

brollen d'una deu que beu d'una mina fosca,

de fondària desconeguda.

Amb alegria se'n van a capbussar-se al mar, 

i creix el sediment fet del que de mi es mor.

Creix el gruix de la meva mort,

l'alimento amb la pell morta,

amb les escames que desprenc,

amb l'escorça que perdo a cada cop.

Creix la meva mort mentre sóc viu.

Absències

Repasso curós els records

al fons de una memòria antiga,

desendreçada, enlleganyada,

que a poc a poc es desdibuixa

com la costa en jorn de boira

des d'un vaixell que s'endinsa

per la bromada mar endins.

El polsim polvoritzat

d'una antigor esfereïdora

embolcalla amb diligència

fins al plec més íntim de la pell.

Reviso amb rigor els detalls

que em cisellaren la carn tendre

a sang i a foc,

com si treure'n l'entrellat

fora encara aprofitable

per a obrar un darrer miracle.

Hi cerco alguna cosa

a les rampoines del banquet

d'un temps passat.

Hi enfonso arrels gruixudes

cercant-hi un escalfor de mare,

cercant-hi la força, l'aliment,

per enfrontar-me a un horitzó

que semblava sempre lluny.

Les pors han crescut a l'ombra,

com creix el cristall a la foscor de la pedra

al silenci de les entranyes de la terra;

s'han endurit com el fòssil

amb la paciència d'un esser sense temps.

Arreu on miro hi veig absències.

Els buits a dins queden per sempre.

A mesura que envellim ens fem lleugers

fins a esvair-nos.

Recurs

Intuir l’altre costat,

imaginar-lo;

forjar fabulacions.

Prendre consciència,

pena de no ser nen,

pena de no ser boig.

Creure’m els somnis

és la immaduresa

de tenir el cor d’infant.

Creure’m els somnis

és el darrer recurs

per evitar la follia.

 

Αντώνης Ρομπέρτ

ΑΛΗΘΟΦΑΝΕΙΕΣ

 

Άνεμος

Ο άνεμος κινεί τα δέντρα.
Τα λυγίζει δυνατά προς τα δεξιά. 

Ισιώνουν ξανά.
Ο άνεμος κινεί του ρεύματος καλώδιο. 

Το καλώδιο κινείται σαν φίδι.
Ο άνεμος παρασύρει τα σύννεφα.
Τα σύννεφα γλιστράνε αργά.
Νιώθω τον άνεμο να σφυρίζει
καθώς κινεί τα δέντρα,
καθώς κινεί του ρεύματος καλώδιο, 

καθώς παρασύρει τα σύννεφα.
Νιώθω τον άνεμο να σφυρίζει.
Νιώθω τον άνεμο.
Νιώθω.

Φάρος

Στον φάρο το σκιόφως και η ομίχλη είναι ανησυχίες και η κλωστή του φωτός το πυρωμένο καρφί.
Στον φάρο οι σειρήνες είναι πράξεις σημειακές

που διαμορφώνουν το όλο,
τα βραχιά ο δαίμονας που κατασκοπεύει
με το δρεπάνι του έτοιμο.
Θα ήταν καλό να μην υπήρχαν ούτε καταιγίδες

ούτε ομίχλες,
ούτε σύννεφα.
Αλλά τότε δεν θα υπήρχε ούτε ο φάρος
ούτε ο άνθρωπος που κοιτάζει.

Θερμοκήπιο

Κανένας οιωνός στον ήχο, 

καμιά σκλαβιά,
κανένα μήνυμα αναγνωσμένο

παίρνωντας για βιβλία

τα πεντάγραμμα.
Ακούω ενώ ατενίζω
φθινοπωρινά ηλιοβασιλέματα
από ένα σκοτεινό δωμάτιο
με τις λέξεις, συντρόφους
που ξεφεύγουν.
Δονούμαι μέσα στο θερμοκήπιο

με τα νεκρά δέντρα
και τα τομάρια ζώων
σκορπισμένα στο έδαφος.
Τα έντομα έχουν δραπετεύσει
και κοιτάζω πλαγίως

εκθαμβωτικές αντανακλάσεις

Θολές.
Αν μια πέτρα έιχε σπάσει το γυαλί

τα δύο σκοτάδια θα γίνονταν ένα.

Σκέψη

Μια μέρα θα μείνω ακίνητος

θα παραμείνω
για πολύ καιρό

αφοσιωμένος μονάχα

να στοχάζομαι
τις σκέψεις μου. 

Ανόητη βιασύνη
αυτή την ημέρα, τελικά, 

θα ηττηθείς.
Καημοί μου
Χρόνε που φεύγεις, 

βάσανο, φιλοδοξία,

όλα θα πάψετε πια να με βαραίνετε,
και θα σας κοιτάξω
σαν κάποιος που παρατηρεί εξωτικά ψάρια

σε ένα ενυδρείο.
Στο μεταξύ όμως,
κινούμαι,
και παλεύω για την επιβίωση
μέσα στη γυάλα.

Τροχός

Κάθισα
να κοιτάξω τους τροχούς
να γυρίζουν και να γυρίζουν
χωρίς να σταματούν ποτέ.
Ένα ρίγος
διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη

και με άφησε να τρέμω.
Από δω και στο εξής
το σώμα μου
θα γεμίζει ργωμές
σαν ένα παλιό κτίριο, 

καταδικασμένο αναπόφευκτα,
αργά και μοιραία,
να βυθιστεί
στη σιωπή
Τα πάντα θα είναι πάντα
Προσωρινά
Ζηλεύω τα άλογα όντα

Ώρες

Σαν απογοητευμένος πατέρας

που ο γιος του έφυγε από το σπίτι, 

δεν ξέρω πού είναι
οι ώρες μου.
Σαν ένα ξεχασμένο αντικείμενο

στη βιασήνη,
ένας ανεπιθύμητος σύντροφος, 

μου παραμένει η μοναξιά.
Ο χρόνος δεν περνάει,
είμαι εγώ που τρέχω
και τον διασχίζω,
χωρίς να αναπνέω.

 

Κραυγές

Μου αρέσει να ομιλώ σιωπηλά και διστακτικά αντιλαμβάνομαι πως η ομιλία δεν αξίζει τον κόπο

να συνθέτεις λέξεις και είναι καλύτερο
να καρτερείς για να αντιλαμβάνεσαι.
Κάποιος φωνάζει.
Η σιωπή είναι τόσο εύθραυστή
Και η κούφια φλυαρία πνίγει τον αέρα.
Κάποιος φωνάζει ξανά και φεύγω
ενώ νομίζω ότι θα ήταν καλό να περάσω λοξά

μέσα από τη ζωή και να μην ενοχλώ όποιον ακούει. 
Θα πρέπει να αναβάλουμε τον διάλογο
μέχρι να φτάσει η σιωπή.

Ανδρείκελα

Σε μηχανικό θόρυβο
κάποιος μιλάει.
Ο μεταλλικός ήχος,
πεινασμένο τέρας,
καταπίνει τη φωνή
και παρατηρώ από μακριά
το ανδρείκελο που κουνάει το στόμα του. 

Η κουρασμένη χειρονομία,

η χαύνωση στα μάτια,
η αποτυχία.
Το εργοστάσιο είναι γεμάτο με ανδρείκειλα

που κουνάν τα στόματά τους,
και τα χέρια τους
και τα πόδια τους.
Είναι αυτό που κάνουν
αν σταματούσαν
δεν θα ήταν τίποτα.

Δαίμονες

Θα αγωνιστώ για να παρατείνω τον κόσμο μου
σαν μια αυτοκρατορία στο χρόνο,
πρόθυμος να πουλήσει την ψυχή μου στον διάβολο. 

Δεν χρειάζεται να μου το υπενθυμίζεις:

με την τελευταία ανάσα
θα έρθει να παραλάβει ό,τι του ανήκει, 

αλλά τότε θα είμαι σαν αυτόν.

Θα πολεμήσουμε.

Τίποτα

Ανάμεσα στο ένα τραγούδι και στο άλλο

θα εκτιμούσα μια σιωπή
γεμάτη από τίποτα,
και αντί γι αυτό μου επιτίθεται

ο θόρυβος από το σκουπιδιάρικο

που σπάει σκληρά την ομορφιά.́

Ξαφνικά ξέρω ότι δεν είμαι τίποτα

και ότι τίποτα δεν μου επιτρέπεται. 

Ξέρω ότι δεν είμαι τίποτα

και θέλω να το πω σε όλους
και δεν μπορώ γιατί δεν είμαι τίποτα. 

Φοβάμαι μήπως τα έπιπλα
και οι τοίχοι του σπιτιού

εξαφανιστούν
τώρα που ανακάλυψα
ότι δεν είμαι τίποτα.
Όταν συνειδητοποιώ
ότι όλα έχουν εξαφανιστεί
θα σημάινει ότι είμαι νεκρός ;

ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΟΙ

Νεκροί

Είμαστε στην έξοδο
μιλώντας σαν να μην τρέχει τίποτα, μητέρα, 

μιλώντας σαν να μην τρέχει τίποτα,
ίσως μιλώντας όπως ποτέ άλλοτε,
που όσο ζούσαμε λίγο το κάναμε
(πάντα είναι λίγο όσο πολύ κι αν φαίνεται), 

μιλώντας όπως μιλούν οι ζωντανοί,
αλλά χωρίς βιασύνη,
ακούγοντάς ο ένας τον άλλον.
Και ξαφνικά ο μπαμπάς μας διακόπτει
με αυτή τη γλυκιά φωνή,
και με τα καμώματά του
που μας κάνουν να γελάμε τόσο. 

Κοιταχτήκαμε ανήσυχοι, μητέρα,

Είναι λεπτό το ζήτημα
Πως να του πούμε ότι δεν γίνεται,
Πως εκείνος πάει καιρός που έχει πεθάνει;

Ίζημα

Οι νεκρές ώρες πέφτουν στο νερό,
βυθίζονται αργά λόγω της πυκνότητάς τους
ελαφρώς υψηλότερης από εκείνη του υγρού
που τις περιβάλλει και τις πνίγει,
(αλλά δεν υποφέρουν, είναι ήδη νεκρές),
βυθίζονται αργά στο θολό βυθό
μεταμορφωμένες σε ίζημα
πρώτα σε μεταξένιο βούρκο
έπειτα σε συμπαγές υπόστρωμα
καθώς άλλες πέφτουν πάνω τους
ενώ στο σύνορο των δύο βασιλείων, νερού και αέρα
παίζουν με το φως, με ανακλάσεις, μεδιάθλασεις..
Τις αφήνω να φύγουν (τις αφήνω, λέω,
σαν να μπορούσε να γίνει και αλλιώς)
αναβλύζουν από μια πηγή που πίνει από ένα                                                             [σκοτεινό ορυχείο

άγνωστου βάθους.
Πηγαίνουν με χαρά να βουτήξουν στη θάλασσα,
και το ίζημα μεγαλώνει, σχηματισμένο από ό,τι
πεθάνει μέσα μου.
Μεγαλώνει το παχός του θανάτου μου
τον τρέφω με νεκρό δέρμα,
με τα λέπια που αποβάλλω
με το φλοί που χάνω κάθε φορά.
Ο θάνατος μου μεγαλώνει καθώς ζω.

Απουσίες

Ξαναπερνώ προσεκτικά τις αναμνήσεις

στο βάθος μιας αρχάιας

μνήμης, ακατάστατης, θολωμένης
που σταδιακά ξεθωριάζει
σαν την ακτή τις ομιχλώδεις μέρες

από ένα πλοίο που ανοίγεται στα βαθιά μέσα στην ομιχλώδη θάλασσα.
Η κονιορτοποιημένη σκόνη
μιας τρομακτικης́ αρχαιοτ́ ητας

τυλίγει με επιμέλεια
μέχρι την πιο κρυφή πτυχή του δέρματος.

Επιθεωρώ με αυστηρότητα τις λεπτομέρειες

που θα σμιλέψουν

την τρυφερή μου σάρκα με αίμα και φωτιά,́
σαν το να βρω το νόημα τους
να ήταν ακόμη ωφέλιμο

για να γίνει ένα τελευταίο θαύμα. 

Ψάχνω κάτι ανάμεσα
στα απομεινάρια του συμποσίου

μιας περασμένης εποχής .

Βυθίζω χοντρές ρίζες μέσα της

αναζητώντας μητρική ζεστασιά,́

αναζητώντας δύναμη, τροφή, 

για να αντικρίσω έναν ορίζοντα

που πάντα φαινόταν μακρινός .

Οι φόβοι έχουν μεγαλώσει στις σκιές,

όπως μεγαλώνει ο κρύσταλλος στο σκοτάδι της                                                             [πέτρας

στη σιωπή των σπλαχνών της γης
έχουν σκληρύνει σαν απολίθωμα
με την υπομονή ενός όντος χωρίς χρόνο.

Παντού όπου κοιτάζω βλέπω απουσίες. 

Τα κενά μένουν μέσα μας για παν́τα. 

Καθώς γερνάμε γινόμαστε ελαφρύτεροι

μέχρι που εξαφανιζόμαστε.

Πόροι

Γνωρίζω από διαίσθηση την άλλη πλευρά, 

Τη φαντάζομαι
Σφυριλατώ παραμύθια
Συνειδητοποιώ,

κρίμα που δεν είμαι παιδί, 

κρίμα που δεν είμαι τρελός. 

Πιστεύοντας στα όνειρά μου

είναι η ανωριμότητα

του να έχω καρδιά μικρού παιδιού. 

Το να πιστεύω τα όνειρά μου
είναι το ύστατο καταφύγιο
για να αποφύγω την τρελά.

 

 

Μαυρογιάννης Φ.

Ξέπνοη ματιά

 

Μέσα σ΄ένα σκοτεινό δωμάτιο

με ανοιχτά παράθυρα, 

απέναντι στη λίμνη, 

μοιραστήκαμε το τελευταίο χαμόγελο

κι αφού ανταλλάξαμε

τον πόνο με λίγο μέλι, 

κλείσαμε τα μάτια και βουλιάξαμε στο βαθύ μπλέ, 

 

που έμποιζε με όνειρο 

μιας άλλης εποχής.

 

 

Από ψηλά

 

Ήσουν εκεί στο μπαλκόνι της αιωνιότητας. 

Με κοίταγες από ψηλά 

μ΄ένα βλέμμα παράξενο, 

λες και ήμουν άλλος,

 ένα λουλούδι 

στην άνοιξη των ονείρων σου 

ένας στεναγμός μιας ξένης στενοχώριας 

μια ελπίδα χωρίς αντίκρισμα.

 Ήσουν εκεί, 

μια εικόνα ζεστασιάς 

κι ένα φιλί στο μάγουλο. 

Μόνο, 

που με κοίταγες από ψηλά 

μ΄ένα βλέμμα παράξενο, 

λες και ήμουν άλλος.

 

 

Βραδινός περίπατος

 

Μαυροφορεμένη μοναξιά 

σ΄ένα κόσμο μουντό 

κουμπωμένη ψηλά 

μέχρι το λαιμό 

και μ’ ένα πικρό χαμόγελο 

καρφωμένο στο στήθος σ

αν αράχνη παρηγοριάς 

που υφαίνει τα χαμένα της χρόνια 

χωρίς να καταλαβαίνει 

πως πέρασαν οι στιγμές 

έντονα ερωτικές, 

πένθιμες, μοναχικές, 

μια ηλιαχτίδα στην πρώιμη πλήξη 

κι ένα κορμί ατέλειωτο, 

ίσως θανατηφόρο, 

να περπατάει αέρινα, 

με τα πόδια γυμνά, 

κάτω από μια γκρίζα απελπισία 

που απειλούσε με βροχή.

 

 

Αναζητείται ελπίδα

 

Πλάτη με πλάτη 

περάσαμε στη σιωπή 

σαν δυο ξεχασμένα παλτά 

κρεμασμένα στην ντουλάπα. 

Τα όνειρα νεκρά 

σε μια γωνιά δίπλα στη ναφθαλίνη 

κι ο σκόρος μάταια 

προσπαθούσε να μας βρεί. 

Έξω, στον ξένο κόσμο, 

ο καιρός άλλαζε συνεχώς, 

από κρύο σε βροχή 

κι από χιόνι σε ζέστη.

 

 

Το τέλος της διαδρομής

 

Πάνω σε λευκές αγάπες 

αφήσαμε να γκριζάρουν τα σύννεφα 

στο χρόνο της σιωπής. 

Όταν ξυπνήσαμε, 

είχε πλέον σκοτεινιάσει. 

Το μόνο που ακουγόταν από τους κάτω δρόμους 

ήταν οι αδιάλειπτες 

σταγόνες της βροχής, 

που κράταγαν σφιχτά 

στα χέρια τους τα λεπτά, 

λες και ήταν αιώνες…

 

 

Ποιος ρωτάει για την ελευθερία ;

 

Δεν είναι δύσκολο τελικά, 

να χορεύεις πάνω στα βράχια, 

ν΄απλώνεις τα χέρια σου 

και να χαϊδεύεις τα σύννεφα, 

να φωνάζεις τ΄ αστέρια 

με τα ονόματά τους, 

να πετάς μακριά 

παρέα με τα πουλιά, 

να ζωγραφίζεις στον ουρανό 

μια τεράστια καρδιά 

κι από κάτω 

χαμόγελα παιδιών 

που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν το ψέμα.

 

Δεν είναι δύσκολο τελικά, 

να γεύεσαι την ελευθερία 

μέσα από το κορμί της, 

ν΄ αδειάζεις το μίσος 

από τα πνευμόνια σου, 

να μυρίζεις το άρωμα του ήλιου 

και να κυλιέσαι μαζί του 

σαν να΄ταν καλοκαίρι, 

στην άκρη μιας απόμακρης παραλίας 

γεμάτη από ερωτικές αναμνήσεις.

 

 

Συναγερμός στον διάδρομο

 

Τα μάτια υγρά 

λαμπύριζαν στο σκοτάδι,

δυο αδύναμες σπίθες 

στο δάσος της μοναξιάς 

κι ύστερα φωτιές, 

παντού φωτιές

κάτω από έντρομες φωνές, 

ανάσες κοφτές, 

οι πόρτες της εκκλησίας 

ερμητικά κλειστές, 

ουρλιαχτά και σειρήνες. 

Δυο άλογα χλιμίντριζαν 

δίπλα στο ποτάμι. 

-Ακούει κανείς ; 

Ένα χέρι ξεριζωμένο από την ψυχή 

κι ένα στρώμα από στάχτες,

 πεταμένο στο διάδρομο, 

σφράγιζαν τη σιωπή.

 

Fotis Mavrogiannis

 

Ulls estrangers

 

Dins d’una habitació fosca

amb la finestra oberta,

en front del llac,

vam compartir l’últim somriure

i quan vam canviar

el dolor amb una mica de mel

vam tancar els ulls i ens vam submergir en el blau           profund

que semblava un somni

d’una altra època.

 

 

Des de dalt

 

Jo estava allà al balcó de l’eternitat.

em miraves des de dalt

amb una mirada estranya,

com si jos fos diferent,

una flor

a la primavera dels teus somnis

un sospir d’una pena estranya

una esperança sense garantia.

Jo estava allà,

Una imatge càlida

i un petó a la galta.

Sol,

mentre em miraves des de dalt

amb una mirada estranya,

com si jo fos diferent.

 

 

Passeig vespertí

 

Solitud vestida de negre

en un món trist

cordada fins a dalt

fins al coll

i amb un somrís amarg

clavat al pit

com una aranya consolada

que teixeix els anys perduts

sense comprendre

com van passar els moments

intensament eròtics,

fúnebres, solitaris,

un raig de sol en el matí precoç

i un cos imperfecte,

tal vegada mortal,

que camina per l’aire,

amb els peus nus,

per sota d’una desesperança gris

que amenaçava pluja.

 

 

Es busca esperança

 

Esquena amb esquena

vam passar pel silenci

com dos abrics oblidats

penjats a l’armari.

Els somnis morts

en un racó al costat de la naftalina

i l’arna inútilment

intentava trobar-nos.

Fora,  el món exterior,

el temps canvia constantment

del fred a la pluja

i de la neu a la calor.

 

 

El final del trajecte

 

Damunt els amors blancs

deixem que es tornin grisos els núvols

en el temps del silenci.

Quan vam despertar,

ja era fosc.

L’únic que es podia escoltar a baix als carrers

eren les incessants

gotes de la pluja,

que s’agafaven amb força

a les mans un minut

com si fos etern...

 

 

Qui pregunta per la llibertat?

 

A fi de comptes, no és difícil

que ballis sobre les roques,

allarguis les mans

i acaronis els núvols,

que cridis els estels

pel seu nom,

que volis lluny

amb els ocells,

que pintis al cel

un cor enorme

i a baix

somriures de nens

que no havien conegut la mentida.

 

A fi de comptes, no és difícil

assaborir la llibertat

a través del seu cos,

que buidis la meitat

de l’aire dels teus pulmons,

que oloris l’aroma del sol

i que rodi amb tu

com si fos estiu,

a l’extrem d’una platja apartada

plena de records amorosos.

 

 

Alerta al passadís

 

Els ulls humits

brillaven a l’ombra,

dues dèbils espurnes

al bosc de la soledat

i focs després,

foc per tot arreu

sota veus espantades,

respiracions entretallades,

les portes de l’església

hermèticament tancades,

crits i sirenes.

Dos cavalls renillen

al costat del riu.

-Ningú escolta?

Una mà sense ànima

i un matalàs de cendres,

llençat al passadís,

precinten el silenci.

bottom of page