top of page

         

 Φωτεινές λέξεις σε σκοτεινή γλώσσα

Πολύ σύντομη θεώρηση της σύγχρονης καταλανικής ποίησης

Τζουάν Ρ. Λιαντός

“Amic, ja que ets el primer que encerto en aquesta contrada, et desitjo alegria! No em rebis amb mala volença, vulgues salvar-me aquests béns i salvar-me a mi, que t’imploro com a un déu, i faig cap als teus genolls, que estimo”.

Το αρχαïκό κείμενο είναι κάπως έτσι : 

«Ω φίλε, αφού εσέ πρώτ΄ηύρα στα μέρη τούτα, χαίρε!

Μη με δεχθείς κακόγνωμα, αλλά τους θησαυρούς μου

Σώσε μου αυτούς, σώσε κ εμένα ιδού σε ικετεύω  ως θεό, 

Γόνατα πέφτω και ως  θεόω, ως βλέπεις, σε δοξάζω».

Ήθελα οι πρώτες μου λέξεις, στα Καταλανικά, να είναι τα λόγια του Ομήρου: “εγένετο των Ελλήνων σοφώτερος πάντων”, όπως είπε ο Ηράλειτος. Λέξεις από το στόμα του Οδυσσέα κατά την άφιξή του στην Ιθάκη. Στην εκδοχή ενός από τους καλύτερους καταλανούς ποιητές του εικοστού αιώνα.

Εκτιμώ ειλικρινά τόσο την παρουσία σας όσο και την βοήθεια όλων όσων συνεργάστηκαν, από την Καταλονία και εδώ στη Χίο, στην οργάνωση του Φεστιβάλ. Ευχαρισρώ τους Καταλανούς φίλους μας που είναι μαζί μας εδώ για τη γενναιόδωρη οικονομική συνεισφορά, χωρίς την οποία αυτό το Φεστιβάλ δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.

Πρέπει να πω ότι η ευχέρεια των προφορικών ελληνικών μου είναι ακόμη φτωχή. Ζητώ συγνώμη από όλους για τα λάθη μου.

Γεγονότα όπως αυτό αποδεικνύουν μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της ποίησης:    την ένωση μεταξύ ανθρώπων, λαών και πολιτισμών, που είναι πιο απαραίτητο τώρα από ποτέ σε αυτή τη Μεσόγειο που μας ενώνει.

Αρχικά, θα ήθελα να πω ότι στην καταλανική λογοτεχνία δεν υπάρχουν τόσες ποιήτριες όσες στην ελληνική λογοτεχνία: στον εικοστό αιώνα έχω μεττήσει περισσότερες από εκατών είκοσι ποιήτριες. Συγχαρητήρια! Ο αριθμός τους, στην Καταλονία, μεγάλωσε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Στην Ελλάδα υπάρχει μια εντιπωσιακή παράδοση που ξεκινάει από τη Σαπφώ, τη Νοσσίδα, την  Ήρινναν και την Ανύτη. Ακολούθησαν αιώνες σιωπής, ναι, είναι αλήθεια. Αλλά μετά ήρθαν η Σοφία Μαυροείδη, η Μελισσάνθη, η μεγάλη Πολυδούρη, η Βακαλό, η Νανά Ησαΐα και πολλές άλλες, μέχρι οι ποιήτριες της ομάδας Σείστρο. 

Όταν ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά, το 1976, με ένα σακίδιο στην πλάτη μου και λίγα λεφτά στην τσέπη μου, δεν φανταζόμουν ποτέ  ότι θα μελετούσα ελληνικά και θα διάβαζα Έλληνες ποιητές στη δική τους γλώσσα. Ούτε φανταζόμουν ότι μια μέρα θα έρχομουν να σας μιλήσω για καταλανούς ποιητές...στα ελληνικά!!!

Καλά. Ο τίτλος της παρουσίασής μου είναι Φωτεινές λέξεις σε σκοτεινή γλώσσα. Τι σημαίνει αυτό;

1/ Πρώτα

Ως ποιητές και λάτρεις της ποίησης, είμαι σίγουρος οτι καταλαβαίνετε την σημασία των φωτεινών λέξεων. Λέξεις που είναι κάτι παρόμοιο με τα φτερωτά λόγια των κλασικών σας συγγραφέων. (έπεα φτεροέντα)

Στην Καταλονία υπάρχουν πολλοί ποιητές. Πολλοί περισσότεροι από τους πεζογράφους ή θεατρικούς συγγραφείς, αλλά όπως θα μπορούσαμε να αστειευτούμε με κάποιους φίλους... δεν γράφουν όλοι οι ποιητές ποίηση! Ή όπως είπε ο Ραφαέλ Αλμπέρτι στον Λόρκα: σύντομα θα είμαστε περισσότεροi ποιητές παρά αναγνώστες!

2/ κατά δεύτερο λόγο

τι είναι μια σκοτεινή γλώσσα;

Μπορεί να απαντηθεί σε διαφορετικά επίπεδα:

(φωνητικό, λογοτεχνικό, κοινωνικοπολιτικό).

    Α) σε φωνητικό επίπεδο

σε μουσικούς όρους μια σκοτεινή φωνή  είναι μια βαθιά φωνή.  Ο γενικός τόνος της ομιλουμένης καταλανικής γλώσσας είναι ένας χαμηλός τόνος.  Ίσως η φωνή μου να χρησιμεύσει ως παράδειγμα.

   Β) σε λογοτεχνικό επίπεδο

Αυτή η βαθιά φωνή μεταφράζεται σε επικράτηση της λυρικής ποίησης, από τις καταγωγές της στην Οξιτανική ποίηση. Ήταν η πρώτη καλλιεργημένη ερωτική ποίηση του ενδεκάτου και δωδεκάτου αιώνα. Ήταν οι ποιητές-μουσικοί που συνέθεταν τραγούδια αγάπης στη γλώσσα του “oc” (langue d’oc). Για πρώτη φορά η ποίηση γράφτηκε σε άλλη γλώσσα εκτός από τα λατινικά.

Μια γλώσσα που εξελίχθηκε σε άλλες γλώσσες όπως τα ιταλικά, τα γαλλικά και τώρα τα καταλανικά, εκτός από την Καταλονία,  χρησιμοποιείται στη νότια Γαλλία και σε μια μικρή περιοχή του νησιού της Σαρδηνίας.

  Γ) σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο

* η καταλανική γλώσσα απαγορεύτηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο και η χρήση της περιορίστηκε μόνο στο οικογενειακό περιβάλλον.

* μετά το τέλος τπυ εμφυλίου πολέμου, η καταλανική γλώσσα εξα γανίστηκε από τη διμόσια ζωή. Η διμοσίευση ορισμέων έργων ξεκίνησε αργά μόνο μετά από 25 χρόνια. Σε αυτές τις συνθήκες οι μη εξόριστοι ποιητές που δημοσίευσαν τα έργα τους εκείνα τα χρόνια αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν μια σκοτεινή γλώσσα για να ξεπεραστούν τα προβλήματα της λογοκρισίας. Ο Σαλβαδόρ Εσπρίου και ο Πέρα Κουάρτ είναι οι κύριοι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας ποιητών.

* Σήμερα, στην Καταλονία,  σύμφωνα με τις έρευνες, το 80% του πληθυσμού λένε ότι καταλαβαίνει και ξέρει να μιλάει τα καταλανικά.

  Η πραγματικότητα είναι ότι :

  • μόνο το 58% ξέρει να τα γράφει 

  • μόνο για το 50% είναι η συνηθισμένη τους γλώσσα.

 

Μετά από αυτή τη γρήγορη περιγραφή της προέλευσης και της τρέχουσας κατάστασης της καταλανικής γλώσσας, θα αφιερώσουμε την προσοχή μας στην  εξέλιξη της καταλανικής ποίησης κατά τον εικοστό αιώνα.

Κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα, οι πόλεμοι μεταξύ των Βουρβόνων και των Άουκγσμπουργκ τελείωσαν με την καταστροφή των τοπικών θεσμών της Καταλονίας. Μια λεπτομέρεια, για παράδειμα: τα Πανεπιστήμια ήταν κλειστά.  Στα τέλη του δεκάτου ένατου αιώνα υπήρξε ένα κίνημα για την ανάκαμψη και την εξύψωση των πολιτικών και πολιτιστικών θεσμών.

Μια αναβίωση παρόμοια με αυτή που συνέβη στην Ελλάδα μετά τον θρίαμβο της Επανάστασης του 1821, με ποιητές όπως ο Ανδρέας Κάλβος, ο Σολομός  και ο Παλαμάς. Και επίσης ο Δροσσίνης, ο Γρυπάρης. Και όλους τους συγγραφείς που ακολούθησαν ο Σικελιανός, ο μεγάλος Καζαντζάκης και ο αγαπημένος μου  Καριωτάκης (το οποίο μετέφρασα στα Καταλανικά πριν από δύο χρόνια). 

Στην Καταλονία αυτό το κίνημα καθοδήγεται από μια ισχυρή μπουρζουασία, με την υποστήριξη ενός μέρους των λαικών τάξεων. Η πιο διεθνής εικόνα αυτού είναι της Sagrada Familia του Γκαουδί στην Βαρκελώνη, που, ίσως, όλοι γνωρίζετε.

Στη λογοτεχνία αυτό το κίνημα είναι εμπνευσμένο από την Ιταλική Αναγγέννηση, αλλά  καθόλου από τους συγγραφείς την κλασικής περιόδου. Βασισμένο στο πρότυπο των Καταλανών ποιητών από τον ενδέκατο μέχρι τον δέκατο πέμπτο αιώνα όπως οι Προβηγκιανοί ποιητές, ή όπως ο Ραμόν Λουλ, ο Ρόχ, ο Αυσιάς Μάρκ, αλλά χρειαζόταν προσαρμογή και εκσυχρονισμός της γλώσσας.

Το έργο του γλωσσολόγου Πομπέου Φάμπρα (1868-1948) μας επιτρέπει να έχουμε μια νεα γραμματική και νέους ορθογραφικούς κανόνες. ¨Έργα από όλες τις λογοτεχνίες και από όλες τις εποχές μεταφράζονται στα καταλανικά, σε προσιτές τιμές. Οι περισσότεροι αγροτικοί ποιητές (όπως ο Αριμπάου και ο Βερδαγκέρ) δίνουν τη θέση τους σε μια αστική ποίηση (ο Μαραγάλλ, ο Καρνέρ) πιο ανοιχτή στις ευρωπαικές επιρροές. Πολλοί ποιητές είναι  ακόμα εγκλωβισμένοι σε ένα ιδανικό και ειδυλλιακό όραμα του κόσμου. 

 

Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο εμφανίζονται τα πρώτα πρωτοποριακά κινήματα με την αντιαστική τους τάση , που μεταφράζεται σε ρήξη των παραδοσιακών επίσημων σχημάτων: ο Σαλβάτ Παπασσέιτ είναι ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτής της τάσης. Ένας προλετάριος και αυτοδίδακτος ποιητής, που εισάγει τον ερωτισμό στα ποιήματά του. 

Η εξέγερση της πρωτοπορίας είναι εφήμερη και δίνει τη θέση της σε μια γενιά ποιητών μεγάλου κύρους, όπως ο Ρίμπα και ο Φόιχ. Αλλά το 1936 αρχίζει ο εμφύλιος πόλεμος που θα διαρκέσει τρία χρόνια και θα τελειώσει με τη νίκη του φασισμού και την έπιβολή μιας δικτατορίας που θα τελειώσει μόνο με τον θάνατο του δικτάτορα από φυσικά αίτια το 1975.

Η δίωξη ιδεών και ανθρώπων συνεχίστηκε και μετά το τέλος του πολέμου. Πολλοί πήγαν στην εξορία, όπως συνέβη με πολλούς άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες: ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Χουάν Ραμόν Χιμένες, ο Χουάν Μιρό, ο Πικάσο. Άλλοι όπως ο Λόρκα και ο Μιγκέλ Ερνάνδες δεν μπόρεσαν να επιλέξουν. Πυροβολήθηκαν! 

Ο Κάρλος Ρίμπα θα μπορούσε να πάει και στην εξορία. Ποιητής, ελληνιστής, μεταφραστής, καθηγητής πανεπιστημίου, με εκτενείς γνώσεις σε γλωσσολογία και δικηγόρος. Ένας αληθινός διανοούμενος, με πολιτικές ιδέες αρκετά συμβατικές.  Ένας αληθινός  ανθρωπιστής που ήξερε πολλές γλώσσες εκτός από τα καταλανικά και τα ισπανικά: σανσκριτικά, αραβικά, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά. Μετέφρασε πολλούς Έλληνες συγγραφείς: Όμηρο, Σοφοκλή, Πίνδαρο, Πλούταρχο και Ξενοφώντα. Ήταν ο πρώτος που μετέφρασε τον Καβάφη στα καταλανικά. Διάβασε τη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης υπό τον ήχο των βομβαρδισμών της φασιστικής αεροπορίας. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1926, είχε έρθει στην Ελλάδα. Ένα ταξίδι άνων των 50 ημερών. Πέρασε από όλα τα μυθικά μέρη που είχε ονομάσει αδύνατη επιθυμία και πολλά από τα μεταγενέστερα ποιήματά του εμπνεύστηκαν από αυτό το ταξίδι. Έχω επιτρέψει στον εαυτό μου να μεταφράσει μερικά από αυτά. Ελπίζω να έχω την κατανόησή σας και να απολαύσετε αυτές τις βιαστικές μεταφράσεις, αλλά δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό.

*ανάγνωση*

Τι παθιασμένη θεά

Τι παθιασμένη θεά

όταν γεννήθηκα υπέγραψε στο μέτωπό μου

με ένα κουρασμένο χέρι

για μια ακατανίκητη επιθυμία που διπλασίασε την πλευρά της

και γέμισε τα αμέτρητα  μονοπάτια  του αίματος,

ασταθή και γλιστερά σαν φωλιά

φιδιών κάτω από το πορφυρό μιας βαθιάς τριανταφυλλιάς;

Τι παθιασμένη θεά

όταν γεννήθηκα υπέγραψε στο μέτωπό μου ;

 

Δεν ξέρω τι νίκησε η αθάνατη

βαραίνει μέσα μου: σαν μνήμη

ενός άγνωστου πόνου;

ή ένα όνειρο χωρίς εικόνες, που απομακρύνεται  και σκοτεινιάζει

πολύ βαθιά μέσα ,  όπου κάτι ζει όταν αναπνέει;

φέρνω τη χόβολη μιας άλλης νιότης

που δεν φούντωσε στο στήθος μου η παροδική φλόγα της:

δεν ξέρω τι νίκησε η αθάνατη

με βαραίνει, σαν  μια  μνήμη.

 

Ή είναι η ζωή μου

που αντανακλάται  στο  τίποτα,

απόμακρη κι ασθενική,

σαν μέσα  σ’ ένα σκοτεινό πηγάδι ένα κομμάτι ταραγμένου ουρανού,

και φτερωτό πλάσμα χωρίς την επιθυμία φυγής,

κρατιέμαι στην κόχη μου με το στεγνό  ψέμα

πιο αδύναμος  από τη θέλησή μου,

ενώ η ζωή με παρασέρνει

σκιά που αναδύεται από το τίποτα;                                                                                              *1928

 

*ανάγνωση*

 

ΣΟΥΝΙΟ

 

Σούνιο! Θα σου αναπολήσω από μακριά με μια κραυγή χαράς,

εσύ και ο πιστός σου ήλιος, βασιλιάς της θάλασσας και του ανέμου:

για τη μνήμη σου, που με ανεβάζει, ευτυχής του εξυπνομένου αλατιού,

με το απόλυτο μάρμαρο σου, ευγενής και αρχαίος εγώ σαν κι αυτόν.

Ακρωτηριασμένος ναός, περοφρονητικός τις άλλες στήλες

ότι στο βάθος του πήδημας σου, κάτω το κύμα γελώντας,

κοιμούνται την αιωνιότητα! Επαγρυπνείς, λευκό σε ύψος,

για τον ναυτικό, που για σένα βλέπει καλά στραβά την πορεία;

για τη μέθη του ονόματός σου, που μέσα από το γυμνή λόχμη,

πάει σε ψάξει, αρκαία ως η βεβαιότητα των θεών;

για τον εξόριστο που ανάμεσα σε σκοτεινά άλση σε αντιλαμβάνεται

ξαφνικά, ω ακριβός, ω φανταστικός! και ξέρει

με τη δύναμη σου τη δύναμη που τον σώζει από τα χτυπήματα της τύχης,

πλούσιος από αυτά που έδωσε, και στο ερείπιο σου τόσο καθαρό.

 

Δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε την καταλανική ποίηση του 20ού αιώνα χωρίς να παραθέσουμε την περίπτωση του Φόις *Ιωσήφ Βικέντιος Φόις*. Γεννήθηκε το 1894, ένα χρόνο μετά τον Ρίμπα. Σπουδαίος διανοούμενος παρότι δεν τελείωσε τις πανεπιστημιακές του σπουδές  και ζούσε χάρη στην οικογενειακή επιχείρηση ενός ζαχαροπλαστείου που υπάρχει ακόμα και σήμερα.

Εκτός από ποίηση έγραψε άρθρα  λογοτεχνικής κριτικής και δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Έγραψε και άρθρα με πολιτικό περιεχόμενο.

Το ποιητικό του έργο είναι αταξινόμητο και πολύ προσωπικό. Ήταν πάντα πρωτοποριακός, με τον τρόπο του. Πάντα ενδιαφερόταν πολύ για τα νέα λογοτεχνικά κινήματα. Σουρεαλστής ακόμη και πριν από τον Αντρέ Μπρετόν. Αλλά η γραφή του, πολύ συγκροτημένη, απομακρύνεται από τον χαρακτηριστικό αυτοματισμό των σουρεαλιστών.

Η ποίησή του υπερβαίνει κατά πολύ τους κανόνες. Αυτοπροσδιορίζεται ως ερευνητής σε ποίηση. Ο σουρεαλιστικός χαρακτήρας ενός σημαντικού μέρους του έργου του προέρχεται από τον κόσμο των ονείρων. Λέει ένας από τους πιο γνωστούς στίχους του: 

“Έίναι όταν κοιμάμαι που βλέπω καθαρά

Τρελός για ένα γλυκό δηλητήριο”

Όνειρο και πραγματικότητα συνδυάζονται σε ένα είδος λυρικής ονειρικής υπερπραγματικότητας.  Γι’αυτόν, ο ποιητής είναι μάγος, σπεκουλαδόρος των λέξεων. Το λεξικό του είναι πολύ περίεργο, συνδυάζει αρχαϊκές λέξεις και διαλεκτικές εκφράσεις, δυνατά μονοσύλλαβα και οραματική παράφραση. Με μια πολύ κομψή επίσημη τελειότητα μεσαιωνικών απόηχων.

Για έναν μέσο αναγνώστη μπορεί να είναι δύσκολο να καταλάβει λόγω του μεγάλου πλούτου του λεξιλογίου που χρησιμοποιεί με έναν πολύ ελκυστικό και μουσικό τρόπο αλλά αυτό μπορεί να είναι κάπως ερμητικό για πολλούς.

Ο τελευταίος μας ποιητής για σήμερα , Χουάν βινιόλι, ήταν είκοσι χρόνια νεότερος από τους προηγούμενους. Σε όλη του τη ζωή εργάστηκε σε επιστημονικό/ιατρικό εκδοτικό οίκο.

Αυτοδίδακτος στη λογοτεχνία, δεν γνώρισε την επιτυχία μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, παρότι εξέδωσε τέσσερα σημαντικά βιβλία από το 1937 έως το 1956.  

Η ποίησή του εξελίχθηκε από μεταφυσικούς τόνους σε μια πλήρως λυρική φωνή με κοινωνικές αποχρώσεις.

Η ρήξη του με τον υπερβολικό φορμαλισμό των προηγούμενων γενεών εκδηλώνεται σε στίχους νηφάλιους και λιτούς, μιας πιο ειλικρινούς έκφρασης, χωρίς τα τεχνάσματα, ενίοτε περιττά των προκατόχων του, όπως λέει το παρακάτω ποίημα του 1951 

*ανάγνωση*

Όχι το τέλειο τραγούδι αλλά η κραυγή

Όχι το τέλειο τραγούδι αλλά η κραυγή

που επικαλείτε τον Θεό είναι απαραίτητη,

αφού όχι σαν τον αετό έχει αρκετά

η καρδιά μας με τη σωστή κίνηση των φτερών.

Με αναμμένα μάτια πρέπει να μπεί

στη νύχτα του μυστηρίου,

ωστε το μυστικό, σαν τον αέρα

τι χτυπάει τα μάτια, να τρυπήσει την καρδιά.

Η ποίηση διαπέρασε όλη του τη ζωή από τότε που ήταν νέος. Άντεξε τη δουλειά του στον εκδοτικό οίκο ως κάτι πολύ βαρύ που του έκλεψε τον απαραίτητο χρόνο για να γράψει. Δεν έγραψε ποτέ τίποτε άλλο εκτός από στίχους. Μόνο κάποιες μικρές σημειώσεις που σχετίζονται με την ποίηση.  

Ζωή και ποίηση ενώνονται στον Χουάν Βινιόλι για να γεννήσει ένα έργο μεγάλης εσωτερικής συνοχής. Θα μπορούσαμε να διαβάσουμε τα βιβλία του, παρά τις διαφορές, ως ένα ενιαίο ποίημα. Η γλώσσα, πάντα νηφάλια, κινείται από μια αρχική ενατένιση προς ένα οικείο συναίσθημα  ζωής, όπως λέει ο στίχος

Μόνο ένα όνειρο αξίζει: αγάπη και θάνατος.

Γνωριστήκαμε σε μια συγκέντρωση. Ήταν ήδη σημαντικός ποιητής και ήμουν δεκαοχτώ χρονών. Γίναμε γρήγορα φίλοι και ζώντας πολύ κοντά ο ένας  στον άλλο, μοιραζόμασταν πολλά απογεύματα περπατώντας στη γειτονιά και μιλώντας για ποίηση. Μερικές φορές, σε ένα από τα αγαπημένα μας μπαρ, μου υπαγόρευε στίχους που του ερχόνταν στο μυαλό και που αντέγραψα όσο καλύτερα  μπορούσα σε χαρτοπετσέτες, για να μην χαθούν. 

Στις διακοπές στέλναμε ο ένας στον άλλο καρτ ποστάλ. Μερικά από αυτά που του έγραψα σώζονται στο Ίδρυμά του. Πριν από δύο χρόνια ανακάλυψα ότι του έστειλα μια καρτ ποστάλ από την Κρήτη στο πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα. Η ημερομηνία είναι 24 Ιουλίου 1976, πριν από πενήντα χρόνια!

 Ας δώσουμε τώρα τον λόγο στον ποιητή (ανάγνωση) :

*ανάγνωση*

ΟΡΦΕΑΣ

Πάντα τη νύχτα, μπερδεμένα,

οι λέξεις πέρνουν, εικόνες γεννιούνται,

ωριμάζουν ουρανί, αυγές, παραλίες,

όλα γίνονται διαφανές σύμβολο.

Θα κυριαρχήσω όνειρα του ανέμου,

φώβοι την νύχτας, κύματα πυρετού,

με αυτό το δώρο: ζωντανό ύμνος;

Στέκεται στην καρδιά τον σκοτούς,

είμαι η ελπίδα, η κίνηση

προς το φως, η φωνή που εορτάζει.

 

 

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Είσαι ένα σκοτεινό απόγευμα με κόκκινες κραυγές

στο βυθό ενός δάσους από μαύρες βελανιδιές.

Πάω προς το λυκόφως

τρικλίζοντας,

φορτομένος με ένα μεγάλο δέμα πολύ

κερά καυσόξυλα.

Θέλεις να με βοηθήσεις να αντέξω αυτό το βάρος,

να ανάψω μια μικρή φωτιά

για να ζεστάνουν

τα άδεια χέρια και των δυο μας;

 

Ξέρω ότι τα λόγια μου δεν έχουν πει πολλά, αλλά ελπίζω και θέλω η φωνή των Καταλανών ποιητών να ενθαρρύνει κάποιους από τους παρευρισκόμενους να ανακαλύψουν  μια ποίηση που έχει κοινά στοιχεία με την ελληνική ποίηση, ειδικά, με τον αγώνα για την ελευθερία.

Ευχαριστώ πολύ.

PARAULES LLUMINOSES EN UNA LLENGUA FOSCA

Brevíssimes consideracions sobre la poesia catalana contemporània

 

Joan R. Lladós

 

“Amic, ja que ets el primer que encerto en aquesta contrada, et desitjo alegria! No em rebis amb mala volença, vulgues salvar-me aquests béns i salvar-me a mi, que t’imploro com a un déu, i faig cap als teus genolls, que estimo”.

He volgut que aquestes primeres paraules meves, pronunciades en català, fossin les paraules d’Homer: “el més savi de tots els grecs, sense discussió” com deia Heràclit. Paraules en boca de Odisseu després de la seva arribada a Ítaca. En la interpretació d’un dels millors poetes catalans del segle XX. 

Agraeixo sincerament la vostra presència, així com també la ajuda de totes aquelles persones que, des de Catalunya i des de Quios, han col·laborat en la organització d’aquest Festival. Agraeixo també als amics catalans que es troben avui aquí la seva generosa aportació econòmica, sense la qual aquest Festival no hauria estat possible.

Cal dir que la fluïdesa del meu grec és encara pobre. Demano disculpes pels meus possibles errors.

Esdeveniments com aquest posen de manifest una de les funcions més importants de la poesia: la unió entre les persones, els pobles i les cultures d’aquest mar Mediterrani que ens uneix a tots.

Per començar voldria destacar que a la literatura catalana no disposem de tantes poetesses com les que teniu a Grècia: durant el segle XX he arribat a trobar aproximadament unes 120 poetesses. Felicitats! A les darreres dècades, afortunadament,  aquest número està augmentant a Catalunya encara que nosaltres no tenim la impressionant tradició vostra que comença amb Safo, Nòsside, Irina i Ànite. Després van venir molt segles de silenci, és veritat. Però després van venir Sofía Mavroídi, Melisanti, la gran Poliduri, Helena Vakaló, Naná Isaía i moltes altres com les que teniu aquí a Quíos i que formen part del grup de Sistre. 

Quan vaig venir a Grècia per primera vegada, l’any 1976, amb una motxilla a l’esquena i molt pocs diners a la butxaca mai podria haver imaginat que acabaria parlant grec i llegint els poetes grecs... en la seva pròpia llengua! I encara menys podia imaginar que un dia vindria aquí a parlar de poetes catalans... en grec!

Molt bé. El títol de la meva presentació és “Paraules lluminoses en una llengua fosca”. Què significa això? 

  1. Primer

Com a poetes i amants de la poesia estic segur que coneixeu perfectament el significat de les paraules resplendents. Són com les paraules alades de les que parlaven els vostres autors clàssics. A Catalunya hi ha molts més poetes que novel·listes o autors teatrals. Com diem en broma amb alguns amics: no escriuen poesia tots els poetes! O com li deia Rafael Alberti a Lorca: aviat serem més poetes que lectors!

 

2. En segon lloc,

què és una llengua fosca? Podem respondre aquesta pregunta a diferents nivells:

fonètic, literari i sociopolític.

 A) A nivell fonètic

A la música es parla d’una veu fosca quan és d’un to baix. La llengua catalana parlada acostuma a tenir un to baix. Potser la meva pròpia veu pot servir d’exemple.

 B) A nivell literari

Aquesta veu baixa es manifesta amb un predomini de la poesia lírica, començant pels seus orígens en la Poesia Occitana dels segles XI i XII. Van ser les primeres poesies d’amor que tenien valor artístic, composades por poetes-músics en la “llengua d’oc”. Era el primer cop que s’escrivien poemes d’amor en una llengua que no fos el llatí. Una llengua que, en el seu desenvolupament, va donar lloc a altres llengües com l’italià i el francès, a més del català que parlem a Catalunya, al sud de França i en una petita zona de la illa de Sardenya.

 C) A nivell sociopolític

  • Acabada la Guerra Civil, la llengua catalana va ser prohibida durant la dictadura de Franco i  va desaparèixer de la vida pública. Es va mantenir viva gràcies a la seva utilització dintre de l’àmbit familiar. 

  • La publicació d’algunes obres va començar lentament només després de 25 anys. En aquestes condicions, els poetes que no havien marxat a l’exili i que aconseguien publicar les seves obres, es veien obligats a utilitzar una llengua fosca, plena d’al·lusions ocultes, per evitar els problemes amb la Censura, omnipresent en aquella època. Salvador Espriu i Pere Quart són els dos poetes més importants d’aquella època.

  • Avui a Catalunya, d’acord amb les investigacions, un 80% de la població declara que entén el català, però la realitat és la següent:

  • només el 58% diu que el sap escriure y

  • només per al 50% és la seva llengua principal.

 

Després d’aquesta ràpida descripció dels orígens i de la situació actual de la llengua catalana, dedicarem la nostra atenció a la evolució de la poesia durant el segle XX. Amb la arribada del segle XVIII, la guerra entre els Borbons i els Augsburg, amb la victòria dels primers, es converteix en un veritable desastre per Catalunya i per les seves institucions de tota mena. Només un detall: totes les Universitats van ser clausurades. Cap a finals del segle XIX, però, es produeix tot un moviment de recuperació i exaltació de les institucions culturals i polítiques de Catalunya.

Una mena de ressorgiment semblant al que va tenir lloc Grècia després de la Independència l’any 1821 amb autors com Andreas Kalvos,  Solomós i Palamás. També Drossinis i Gryparis. I tots els escriptors que van anar apareixen més tard com, per exemple: Sikelianós, el gran Kazantzakis, el meu estimat Kariotakis (que vaig traduir al català fa 2 anys).

A Catalunya aquest moviment va ser liderat per una potent burgesia, amb el recolzament d’àmplies capes populars. La imatge internacional més coneguda de tot aquest moviment és la Sagrada Família de Gaudí a Barcelona, que segurament tots vosaltres coneixeu.

En el camp de la literatura aquest moviment es va inspirar en el Renaixement italià, però sense basar-se en la obra dels autors de la època clàssica. El model utilitzat va ser, precisament, el dels poetes catalans  que van dels segles  XI al XV, com els poetes provençals, Ramon Llull, Jaume Roig i Ausiàs March però, en realitat, es necessitava una adaptació i una modernització d’un llenguatge que tenia més de 400 anys.

El treball del filòleg Pompeu Fabra (1868-1948) ens va permetre tenir una nova gramàtica i unes noves regles d’ortografia. Les obres de totes les literatures i de totes les èpoques es van traduir al català en edicions a preus populars. Els poetes de caràcter més rural (com Aribau i Verdaguer) cedeixen els seu lloc als representants d’una poesia més urbana (Maragall, Carner) i més oberta a les influències europees. Molts d’aquest poetes encara expressen la visió d’un món idealitzat, idíl·lic.

Després de la primera guerra mundial apareix el primer moviment avantguardista amb una orientació anti-burgesa que es tradueix en un trencament amb el predomini de les formes poètiques tradicionals: Salvat Papasseit és el millor representant d’aquesta tendència. Un poeta proletari i autodidacta que incorpora l’erotisme als seus poemes.

La revolta avantguardista va ser efímera i va donar pas a una nova generació de poetes molt importants com Riba i Foix. Però l’any 1936 comença una guerra civil que durarà 3 anys i acabarà amb la victòria del feixisme i la imposició d’una llarga dictadura que es mantindrà fins a la mort del dictador per causes naturals l’any 1975.

La persecució de les idees i de les persones va continuar molt més enllà del final de la guerra. Els que van poder, van marxar a l’exili i entre ells, molts artistes i escriptors com Rafael Alberti, Juan Ramón Jiménez, Joan Miró, Pablo Picasso. Altres, com Lorca o Miguel Hernández, no van tenir aquesta oportunitat. Van ser afusellats!

Carles Riba va ser un dels que va poder marxar a l’exili. Poeta, hel·lenista, traductor, professor universitari, amb grans coneixements de filologia i advocat. Un veritable intel·lectual que coneixia llengües com el sànscrit, l’àrab, llatí grec, francès, anglès i alemany, però amb idees polítiques força convencionals. Va traduir molts escriptors grecs al català: Homer, Sòfocles, Píndar, Plutarc i Xenofont. Va ser el primer en traduir Kavafis al català. Va llegir la seva tesi doctoral a la Universitat de Barcelona sota el soroll de les bombes de la aviació feixista. Pocs anys abans, el 1926, va fer un viatge a Grècia que va durar 50 dies. Va visitar tots els llocs mítics que ell anomenava el “desig impossible” i molts dels seus poemes estan inspirats precisament en aquell viatge. M’he permès de traduir alguns d’aquests poemes per vosaltres. Espero tenir la vostra comprensió, desitjo que puguin gaudir d’aquestes apressades traduccions i confesso que no he pogut resistir la temptació. (aquí el text original en català):

“QUINA DEA APASSIONADA…”

 

¿Quina dea apassionada

en jo néixer signà el meu front

amb una mà cansada

per un deler impossible que li vinclava el flanc

i li omplia els camins innúmers de la sang,

agitat i llisquent com una nierada

de serps sota la púrpura d’un roserar pregon?

¿Quina dea apassionada

en jo néixer signà el meu front?

 

No sé què d’immortal vençut

pesa dins meu: com la memòria

d’un color inconegut;

o un somni sense imatges, que s’allarga i negreja

molt endins, i on alguna cosa viva panteixa;

porto el caliu mig cer d’una altra joventut

que no arborà en mon pit sa flama transitòria:

no sé què d’immortal vençut

pesa en  mi: com una memòria.

 

¿O és la meva mateixa vida

que es reflecteix sobre el no-res,

llunyana i afeblida,

com dins un pou obscur un clap de cel revolt,

i, criatura amb ales sense el delit del vol,

em peixo en mon racó amb l’eixuta mentida

d’ésser més feble jo que el meu propi voler,

mentre va rosegant ma vida

l’ombra que sura del no-res?

                                                     *1928

Súnion!

Súnion! T'evocaré de lluny amb un crit d'alegria,

tu i el teu sol lleial, rei de la mar i del vent:

pel teu record, que em dreça, feliç de sal exaltada,

amb el teu marbre absolut, noble i antic jo com ell.

Temple mutilat, desdenyós de les altres columnes

que en el fons del teu salt, sota l'onada rient,

dormen l'eternitat! Tu vetlles, blanc a l'altura,

pel mariner, que per tu veu ben girat el seu rumb;

per l'embriac del teu nom, que a través de la nua garriga

ve a cercar-te, extrem com la certesa dels déus;

per l'exiliat que entre arbredes fosques t'albira

súbitament, oh precís, oh fantasmal! i coneix

per ta força la força que el salva als cops de fortuna,

ric del que ha donat, i en sa ruïna tan pur.

 

No és possible comprendre la poesia catalana del segle XX sense tenir en compte la figura de Josep V. Foix que neix el 1894, un any més tard que Riba. Va ser un important intel·lectual, malgrat que no va acabar els seus estudis universitaris. El negoci familiar d’una pastisseria a Sarrià, que segueix activa encara després de molts anys de la seva mort, li va permetre viure sense problemes econòmics.

A més de poesia va escriure articles de crítica literària i va col·laborar activament a diaris i revistes, signant publicacions de contingut polític.

 

La seva obra poètica és inclassificable i molt personal. A la seva manera, va ser un gran innovador que sempre es va interessar pels nous moviments literaris.

 

Va ser surrealista, fins i tot abans que el propi André Breton. Però la seva escriptura, sempre molt coherent, s’allunyava molt de la suposada escriptura automàtica que van proposar els surrealistes francesos.

La seva poesia supera llargament tots els cànons. Li agradava proclamar-se investigador en poesia.

 

El caràcter surrealista d’una part important de la seva obra procedeix del món oníric com posen de manifest aquest versos seus que han esdevingut molt famosos:

 

És quan dormo que hi veig clar,

Foll d’una dolça metzina.

Somni i realitat es combinen donant forma a una mena de híper-realitat lírica i onírica. Per ell, el poeta és un mag, un especulador de les paraules. 

El seu vocabulari és molt curiós; combina paraules arcaiques, expressions dialectals i monosíl·labs amb molta força amb un resultat elegant que traspua perfectes ressonàncies medievals. 

Per un lector mitjà, la seva comprensió pot resultar difícil a causa de la gran riquesa del seu vocabulari que utilitza de forma elitista i musical i que pot resultar relativament hermètica per molts lectors.

El nostre darrer poeta d’avui, Joan Vinyoli, era 20 anys més jove que els dos anteriors. Durant tota la seva vida va treballar en una editorial científica-mèdica.

Autodidacta en literatura, no va conèixer l’èxit fins els primers anys de la dècada dels 80 del segle passat, malgrat que va publicar 4 llibres importants entre 1937 i 1956.

La seva poesia evoluciona des de un to metafísic cap a una rica veu lírica amb matisos socials.

La ruptura amb l’excessiu formalisme de les generacions anteriors de poetes es va manifestar en Vinyoli i altres poetes amb versos més sobris i senzills, una expressió més sincera, sense artificis, innecessària en comparació amb els poetes precedents, tal com es pot veure en aquest poema de 1951:

 

NO LA CANÇÓ PERFECTA

No la cançó perfecta sinó el crit

que invoca Déu és necessari,

car no con l’àguila en té prou

el nostre cor amb moure bé les ales.

Amb ulls encesos cal entrar

dins la nit del misteri,

perquè el secret, així com l’aire

que bat als ulls, penetri fins el cor.

 

La poesia el va impulsar durant tota la seva vida, des de que era ben jove. Va suportar el treball a la empresa editorial com un pes feixuc que li robava les hores que ell considerava necessàries per escriure. La seva obra, a diferència de Foix, és exclusivament poesia, amb la excepció d’algunes notes breus, relacionades sempre amb el mateix tema. Vida i poesia s’uneixen en Joan Vinyoli per donar lloc a una obra de gran coherència interna. Gairebé podríem llegir tots els seus llibres quasi com si fossin un de sol, amb petites diferències. La llengua, sempre sòlida i lúcida,  es mou de una contemplació inicial  cap a una sensació vital propera, com afirma en aquest vers:

Només un somni val: amor I mort.

Ens vam conèixer en una reunió. Ell era ja un poeta consolidat i jo tenia només 18 anys. De seguida ens vam fer amics i el fet de viure molta prop l’un de l’altre va facilitar que moltes tardes ens trobéssim pel barri per passejar i parlar de poesia. En més d’una ocasió, en algun dels nostres bars favorits, em dictava els versos que li passaven pel cap i jo havia d’apanyar-me per poder-ho escriure damunt d’un tovalló de paper per tal de que no es perdessin.

Durant les vacances d’estiu li agradava molt enviar postals als amics. Conservo encara les postals que em va enviar i fa pocs anys vaig saber que algunes postals meves es conserven a la seva Fundació. Curiosament, la primera postal que li vaig enviar és del meu primer viatge a Grècia: enviada des de Creta el 24 de juliol de 1976, ara ha fet 50 anys!  Però ara donem la paraula al poeta:

ORFEU

 

Sempre de nit, confusament,

cremen els mots, neixen imatges;

maduren cels, aurores, platges,

tot es fa símbol transparent.

Dominaré somnis de vent,

pors de la nit, ones de febre,

amb aquest do : càntic vivent ?

Dret en el cor de la tenebra,

sóc esperança, moviment

cap a llum, veu que celebra.

 

 

TARDA FOSCA

Ets una tarda fosca amb crits vermells

al fons d’un bosc d’alzines negres.

Jo vaig cap el crepuscle

tentinejant,

carregat amb un gran feix de llenya

molt seca.

vols ajudar-me a suportar aquest pes,

a encendre un petit foc

per escalfar-hi

les mans tan buides de tots dos?

Sé que les meves paraules no han dit gairebé res, però espero i desitjo que la veu dels poetes catalans estimuli a alguns dels aquí presents per descobrir una poesia que té molts elements comuns amb la poesia grega, especialment, en la defensa de la llibertat.

 

Moltes gràcies. 

           Poetes i Poemas Dissabte 26 Setembre                Ποιητές και Ποιήματα Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου

Μελαχροινούδης Μ., Arnau Pons, Σκανδάλη Δ., Leo Luceri, Σούτου Α., Ψώρα – Θεοδωράτου Α., Conxita Jiménez

Μελαχροινούδης Μ.

Οι φάροι

 

Μου αρέσουν οι φάροι.

Είχα κι έχω κι εγώ τέτοιους που έλαμψαν 

                               [και λάμπουν για μένα.

Στις δυσκολίες κυρίως, εκεί είναι που 

                      [χρειάζεται το φως τους.

Θα ήθελα να γίνω και εγώ κάποτε φάρος.

Για να 'χω γύρω μου βαρκάκια με πανάκι 

           [στο γιαλό και αργότερα περήφανα

     [βαπόρια να τα θωρώ και να καμαρώνω.

Εγώ ο φάρος.

 

 

Αδελφές Τράμπα Αθηναΐς, Αλεξάνδρα,

                  [Γραμματική (μια συνομιλία)

 

Από τους γκράντε αλλά και πιο προσωπικούς 

εορτασμούς για την επέτειο του 1821 αλλά

και για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική

καταστροφή πέρασαν από μπροστά μου

ώρες υλικού, έντυπου, ψηφιακού, οπτικού και 

ηχητικού.

 

Α.Α.Γ.

Σχεδόν τίποτα δε συγκράτησα παρά μια 

βιβλιογραφία από μια κυριακάτικη εφημερίδα 

που επιμελώς έκοψα με το ψαλιδάκι και 

τη φύλαξα στη λίστα των μελλοντικών αγορών 

και αυτή τη φωτογραφία της Παυλίνας 

Θρουμολοπούλου που απεικονίζει τις τρεις 

αδελφές Τράμπα στο μπαλκόνι του σπιτιού τους,

στη Νέαπολη, στο κέντρο της Αθήνας. Έτσι λέει 

το σημείωμα: «καταγωγή από τη Σμύρνη» 

η Αθηναΐς, η Αλεξάνδρα και η Γραμματική. 

 

Α.Α.Γ.

Πόσων χρονών είναι στη φωτογραφία, ποια 

είναι η πιο μικρή και ποια η πιο μεγάλη;       

Χαμογελούν στη φωτογραφία, άλλη πιο πολύ, 

άλλη με λίγο νάζι, η μεσαία μειδιά, είναι η πιο 

ντροπαλή ή ίσως η πιο πικραμένη; μήπως άφησε 

πίσω κάποιον αγαπημένο, κάποιο παιδί; 

 

Α.Α.Γ. 

Πώς τα κατάφεραν και ξέφυγαν από τις 

φωτιές, τις λεηλασίες: τους Βιασμούς; 

Μήπως έφυγαν νωρίτερα; Πώς σώθηκαν; 

Μπήκαν σε βάρκα; Ήρθαν στη Μυτιλήνη, 

τη Χίο ή στον Πειραιά αμέσως; Αν στη 

φωτογραφία είναι γύρω στα 22, ποιος 

ξέρει; θυμάμαι εγώ στα 22 μου φωτογραφία 

να έχω βγει με ένα φίλο, ένα καλοκαιρινό 

βράδυ του 1993, να φορώ το άσπρο μου  

πουκάμισο και να κρύβομαι με τα χέρια        

σαν να τις έχω απέναντι και να με 

φλερτάρουν. Τότε δεν είχα φύγει ακόμα 

από τον τόπο μου, φοιτητής ήμουν, 

και θυμάμαι ρουφούσα κάθε στιγμή της        

επιστροφής στα χρόνια της ξέφρενης νιότης

Α.Α.Γ. 

Εκείνες την έζησαν την νιότη τους; 

Πώς πορεύτηκαν στη ζωή; Παντρεύτηκαν; 

Σπούδασαν; Έκαναν παιδιά; Τα κατάφεραν 

στα χρόνια της κατοχής; Πείνασαν; Πάλεψαν; 

Κατάδωσαν; Νικήθηκαν: Άντεξαν να δουν 

την Αθήνα ελεύθερη και σκλαβωμένη στους  

Εγγλέζους μαζί; Ψήφισαν Πλαστήρα ή Παπάγο;     

Πού ήταν το σπίτι τους; είχαν κήπο; λουλούδια; 

γλάστρες; μοσχομύριζαν οι γαζίες; Είχαν 

ραπτομηχανή Singer και τικ τικ τακ τακ έραβαν;

 

Α.Α.Γ. 

Όταν τραβούσαν τις κουρτίνες έκαναν αχ 

αναπολώντας τη Σμύρνη και τον τόπο τους 

και ο άντρας να τους χαϊδεύει τα μαλλιά; 

Πρόλαβαν ν' ασπρίσουν, να τις φωνάξουν 

γιαγιά, γιαγιάκα!!! Ποια έφυγε πρώτη 

και σε ποια ηλικία; Φοβόντουσαν τα γηρατειά, 

τις αρρώστιες, τη μοναξιά; Πέθαναν ανάμεσα 

στις οικογένειές τους ή σε κανένα γηροκομείο; 

Τις ξέρει κανείς; έχει ονομαστεί μήπως κανένας     

δρόμος της Αθήνας; Ξαναγύρισαν στην Σμύρνη, 

την ξαναείδαν πριν κλείσουν τα μάτια τους;

 

Α.Α.Γ.Μ.

Γιατί εγώ τώρα τις βλέπω ολοζώντανες μπροστά 

μου Εγώ που πάντα νοσταλγώ τον τόπο μου.

Αυτοπροσωπογραφία  

 

Εχω τα μαλλιά εκείνου του αγοριού

που κάποτε από τον ιδρώτα

στο μέτωπο κολλούσαν   

ξανθά και σγουρά πίσω από 

μια μπάλα σε γήπεδο ξερό ανέμιζαν 

αθλητική μπλούζα νο2 στην πλάτη 

σε φωτογραφία ανέμελη καλοκαιρινή 

έχω τα μαλλιά εκείνου του αγοριού 

που σήμερα πρώτο πράγμα το πρωί 

και τελευταίο κάθε βράδυ 

μετρά απώλειες στις γκρίζες τις σκιές 

που τόσο αδηφάγες και επιθετικές 

τις ιαχές, τις νίκες και τα γκολ 

στου δοκαριού το αχ εξοστρακίζουν 

Αφεντικά

 

Πάλι στην αγορά τριγύριζαν 

και στα στενά

αφεντικά επαίτες, κουρελήδες, μαυροφορεμένες 

                                            [ξεχασμένοι από θεό

κι από ανθρώπους 

να ζητιανεύουν το ψωμί 

το ελάχιστο 

παλάμη και βλέμμα άδεια 

μια γόπα μόνιμα κρέμεται στα χείλη 

ποτέ τσιγάρο 

από τα υπολείμματα ζουν 

και στις γωνιές 

το βιος τους όλο συναθροίζουν  

σα σε μια τσάντα, μαύρη, πλαστική 

κι όμως       

εκείνο το σκυλί, το γέρικο

που στο κατόπι 

πιστά ακολουθεί 

αυτούς αναγνωρίζει 

αφεντικά 

στου κανενός το σπίτι 

και στην καμιά αυλή 

μια μέρα ακόμα 

τούτο τον κόσμο τον σκληρό 

για να γαβγίσει 

 

Επαρχία είναι

 

το άνοιγμα της μπουκαπόρτας του βαποριού 

ελπίδα και βία σε ίση ποσότητα          

το πανό στο γήπεδο της ΑΕΚ 

για Χίο – Μυτιλήνη 

κατά των δυνάμεων καταστολής 

τα άδεια ράφια στο σούπερ 

απαγορευτικά – ταραχές – πανηγύρια 

η συγκέντρωση στην πλατεία Βουνακίου 

πορεία στο αστυνομικό τμήμα δις 

τριγύρω θάλασσα 

η ευχή για καλές ειδήσεις 

μέχρι να γυρίσουν οι ναυτικοί 

το παιχνίδι εξουσίας 

σε βλέπω, κάνω πως όχι 

με βλέπεις, κάνεις πως όχι 

η ουρά των αυτοκινήτων από τις ταβέρνες 

απόγευμα Κυριακής 

οι μαντρότοιχοι του Κάμπου 

κι εσύ απέξω 

υγρασία 

μισή ώρα η Αθήνα 

μισή κι ο Τσεσμές 

τα εικονοστάσια κατά μήκος 

της παραλιακής οδού 

παιδιά καντηλάκια 

το κορίτσι που ήθελες να παντρευτείς 

το πήρε ο φίλος     

 η ίδια διαδρομή 

οι ίδιες λακκούβες 

χάσκουν 

κέντρο με ακούς; over 

εδώ επαρχία

 

WELCOME

 

 Πάρε στο χεράκι σου το χρόνο          

και οδήγησέ τον σε απάνεμο λιμάνι 

Σήκωσε το βλέμμα στον ορίζοντα 

και χαμογέλα στους γλάρους 

Τρέξε με τα γυμνά σου πόδια 

στις απέραντες αμμουδιές του καλοκαιριού 

              [Ξεσκέπασε τα παιδικά μας όνειρα 

Ανέβα στα δέντρα και κόψε τους καρπούς 

Φίλησε τα δάκρυα στα μάγουλα του αγαπημένου 

             [σου Ξεγέλασε την απώλεια, τη λησμονιά

Μείνε εδώ 

Ρίζωσε        

Ύψωσε άσπρο πανί και καρτέρα 

Το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι. 

Φώτα, στολισμοί, οι συγγενείς σε περιμένουν. 

Οι φίλοι ανυπομονούν. 

Καλώς όρισες!

Melaxrinúdis M.

Els fars

 

M’agraden els fars.

Tenia i tinc alguns que brillen

         [i resplendeixen per mi.

En les dificultats principalment, és allà

[que necessito la seva llum.

M’agradaria convertir-me jo també en far algun dia

Per tenir al meu voltant banques amb banderes

de colors a la riba i més tard orgullosos

[vapors per mostrar i presumir.

Jo, el far.

 

 

Germanes Traba: Atenea, Alexandra,

Gramàtica (una conversa)

 

Des de les més grans i les més personals

celebracions de l’aniversari de 1821 però

també en aquests 100 del desastre d’Àsia Menor

han passat per davant meu

hores i hores de material imprès i digital (visual

i auditiu).

 

A.A.G.

No vaig conservar quasi res, excepte una

bibliografia d’un diari dominical

que vaig tallar curosament amb unes tisores i

vaig guardar a la meva llista de futures compres

i aquesta fotografia de Paulina

Thrumolopulu on apareixen les tres

germanes Traba al balcó de casa seva,

a Neàpoli, al centre d’Atenes. Així diu

la nota : “originàries d’Esmirna”

Atenea, Alexandra i Gramàtica.

 

A.A.G.

Quants anys té aquesta fotografia, quina

Quina és la més petita i quina és la més gran?

Somriuen en la fotografia, una molt més

l’altra amb picardia, la del mig és la més

és la més tímida o més amargada? Potser han deixat

enrere algun enamorat, algun nen?

 

A.A.G.

Com van aconseguir escapar

dels incendis, dels pillatges: les Violacions?

Potser van fugir molt aviat? Com es van salvar?

Van arribar en vaixell? Van anar a Mitilene,

a Quíos o a El Pireu directament? I si la

fotografia és dels voltants de 1922, qui

sap? Recordo una fotografia dels meus 22 anys

que em vaig fer amb un amic, un vespre

a l’estiu de 1993, jo duia una camisa

blanca i m’amagava amb les mans

com si la tingués al davant  i estigués

flirtejant. Llavors encara no havia sortit

del meu poble, era estudiant,

i recordo haver gaudit de cada instant

en els meus anys de joventut disbauxada.

A.A.G.

Van viure la seva joventut?

Com va anar la seva vida? Es van casar?

Van estudiar? Van tenir fills? Ho van aconseguir

durant els anys de la ocupació? Van passar fam? Van lluitar? Es van rendir? Van ser derrotades: van aguantar per veure Atenes lliure i esclavitzada

amb els anglesos? Van votar per Plastíras o per Papagos? On era casa seva? Tenien jardí? Flors?

Torretes? Les flors d’acàcia feien olor de mesc? Tenien

Màquina de cosir Singer i tic tic tac tac cosien?

 

A.A.G.

Quan van descórrer les cortines van fer ah!

recordant Esmirna i el seu poble

i l’home que els hi acariciava els cabells?

Van aconseguir blanquejar-se i cridar

iaia, iaieta!!! Quina va marxar primer

i a quina edat? Tenien por de la vellesa,

de les malalties, de la solitud? Van morir

entre els seus o en una residencia?

Algú les coneix? Han donat nom potser

a algun carrer d’Atenes? Van tornar a Esmirna,

la van tornar a veure abans de tancar els ulls?

 

A.A.G.M.

Perquè jo ara les veig completament vives davant

meu, Jo que sempre enyoro el meu poble.

Autoretrat

 

Tinc els cabells d’aquell noi

que un cop de la suada

se li van enganxar rossos i arrissats

al front i també al clatell

com una pilota en un camp sec

oneja una samarreta esportiva amb el nº 2 a l’esquena

en una fotografia d’un estiu despreocupat

tinc els cabells d’aquell noi

que avui la primera cosa al matí

i la última cada vespre

mesura els grisos perduts en les ombres

tan voraces i agressives

els crits, les victòries i els gols

toca el pal ah!, i la rebutja

Amos

 

Anaven voltant pel mercat

i pels carrerons

amos captaires, esparracats, de negre

[ abandonats de déu

i dels homes

implorant pa

un mínim

a la mà i una mirada buida

una llosca permanent penjada als llavis

mai cigarreta

viuen de les restes

i a les cantonades

el que tenen entre tots

cap en una bossa, negra, de plàstic

i en canvi

aquest gos vell

que segueix

fidel als talons

els reconeix a ells

com a amos

en casa de ningú

i a cap pati

una dia més encara

aquest món dur

per bordar

 

És una província

 

l’obertura de la porta del vapor

esperança i violència a parts iguals

la pancarta al camp de l’AEK

per Quíos-Mitilene

contra les forces de repressió

els prestatges buits del súper

prohibició de festivals - disturbis

la concentració a plaça de Bunáki

marxa cap a la comissaria en dos seccions

voltant pel mar

el desig de bones notícies

fins que retornin els mariners

el joc del poder

et veig, faig com que no

em veus, fas com si no

la cua dels cotxes des de les tabernes

diumenge al vespre

els murs de les mansions de Kampos

tu també a fora

humitat

mitja hora per Atenes

igual que per Cesme

els iconòstasis al llarg

del carrer de la platja

petites llànties

la noia amb qui volies casar-te

l’amic la va prendre

la mateixa ruta

els mateixos sots

badallen

centre, em sents? over

aquí província

 

WELCOME

 

Agafa amb la teva maneta el temps

i condueix-lo a un port arrecerat

Aixeca la mirada cap a l’horitzó

i somriu a les gavines

Corre amb els peus descalços

per les interminables sorres de l’estiu

[Destrossats els nostres somnis infantils

Puja als arbres i agafa els fruits

Besa les llàgrimes a la galta estimada

[Enganya la pèrdua, l’oblit

Queda’t aquí

Arrela’t

Aixeca un drap blanc i espera

El vaixell entra al port

Llums, ornaments, els parents t’esperen

Els amics s’impacienten

Benvinguts!

Arnau Pons

 

De Llum de ganivet (2012)

 

una cremada teva,

una de tantes, encesa de vida,

ara ens llenega     

paret avall:

 

per mi

l’embruta bé,

 

però els qui hi passen pel davant

diuen que fa

un rastre lleig —

 

és petit o immens, segons com es miri,

 

l’anomenem

literatura —

 

*

 

totes dues alhora, vulnerables:

 

la mà sense finestres

del fill

que encara no tenim

i la meva mà encostipada per la finestra

que encara no té vidres  

 

t’han volgut agafar pel rivet

cridaner del vestit

quan ens visitaves per regalar-nos

un grapat de futur,

 

i una mà feia passar

l’altra mà

a través

dels barrots de la imaginació

en què ens has fet dormir

tots aquests mesos

sota el teu celistre —

 

volíem

per fi

demanar-te explicacions

per totes

les teves mans      

que no ens aguanten.

 

 

*

 

giravoltada fins al tedi  

abans de caure dins el fang —

 

tu la fulla rapida    

a l’arbre del penjat

 

desllunes l’espill, gargoteges l’infern.

 

 

*

 

un mot es fa

el mort

per poder sobreviure.

 

*

 

et duc a les costelles,

avesada a perdre —

 

els cent       

o dos-cents anys que no

podré

compartir amb tu

te’ls deixo a la lleixa dels llibres que s’apaguen,

els cerclejats,

 

els que tantes vegades   

s’han agenollat per nosaltres.

 

 

*

 

rifes de glòria

a la fira del mot,

quan somiaves      

que t’estaves menjant l’enrenou dels cosmos:

 

tu lluita’t

del costat d’on bufa

el soldat inconegut —

 

*

 

ni la bomba del goig

 

ni la pólvora d’un plaer ininterromput

ni tampoc la metralla de la serenitat —

 

una engruna de pa

 

fa visita a la fam

 

dins la volta d’un crani.

 

 

 *

 

però la veu se’t romp

 

dins cada orella     

en unes formes inhòspites

 

i aquests mil trossos no fan, tanmateix,

allò que tu voldries —

 

no saps el bé que em fas

si escombres cap a fora  

la nostra vaixella de sons.

 

*

 

feia sonar l’esquella multitud,

dins casa seva;     

 

a l’estranger,

el cascavell tot sol —

 

l’abisme li era una flor

per decorar la pàtria.

 

*

 

inapel·lable foc 

creuat,

allò que obrires sense

m

sempre tan franca —

 

a la gotzó,

a penes protegit

darrere la pantalla que intento, deixo

que les bales em donin   

les explicacions que necessito.

 

 *

 

i m’adores trencat, quan l’ànima se’m torna blanca

a força d’empassar-me ulls clucs

la sang fosca d’aquella

que no sap defensar-se sense tu:

 

la teva meitat 

blasmada — el teu tu lapidat;

és amb això que componem

un embrió de dubtes,

minúscul raïmet de cèl·lules irades

que t’implanto i m’impreca;

si neix,

deixarem de rapinyar-nos les ombres impossibles,

si no neix,

no se’ns tancarà la nit

i ens ofegarem amb l’alba.

 

 *

 

no l’equivoquis,

entra amb la clau i simplifica, 

 

recompta els sangtraïts del segon llostre,

 

coàguls d’amor bifurcat   

que unim

a l’hora en què tothom vigilaria

el nostre infant desig,

 

lúbric cadell

mullant de bava    

el bressol adulteri, amb tintes de focs líquids —     

 

*

 

si jo et regalo un art del ben morir

tu m’envies el lloc

badat i moll

on calçaria

un primer alè —

 

*

 

ALS QUI HAN NASCUT DESPRÉS

 

Quins temps són aquests en què

Parlar d’arbres és gairebé un crim

Perquè implica no dir res de tants delictes!

 

Bertolt Brecht, Poemes de Svendborg (1939)

 

*

 

Una fulla, sense arbre,  

per a Bertolt Brecht:

 

Quins temps són aquests

en què parlar

és gairebé un crim,

perquè implica

tantes coses dites?

Paul Celan, La part de la neu (llibre pòstum, 1971)

 

*

 

(ara i aquí, amb l’auditori que ens escolta,després de paul celan i bertolt brecht)

quins temps són aquests

en què el crim

torna a tenir forma d’arbre

i en què la fulla que diu l’ombra

és apunyalada amb un poema

per tanta veritat que ha dit?

 

Constel·lació XX

«Xifres i constel·lacions enamorades d’una dona»

 

 

Què faig tan lluny del meu lloc de naixement? —

es pregunta ella. En néixer, em diu, ja vaig tenir ganes d’escriure. I vaig escriure el meu desig per néixer. Que naixés el desig. De fer néixer. Bo i gruant el paradís perdut de la infància que cal tornar a guanyar potser amb el parir. Per obrir-me així al meu clos forestal. La meva viva i única gàbia mental. Amb saliva de papalló desclòs a les vores de la vida. Bo i debatent les ales del goig dins el meu mirar. Bo i movent-me jo entre els seus grisos, amb el polsim de les seves ales escampat. Bo i arraulint-me també davall dels seus batecs arran de les seves vènules. 

Per desplegar-me tota davant d’allò que se’m tanca al damunt. Amb la ferotgia de les lletres o de les síl·labes.

I vaig néixer, per fi, a aquest desig escrit que em va portar tan lluny del lloc on jo vaig néixer. Per pondre-hi. Un ou o una flor. Allà, se’m despertà el sexe. 

Allà, se’m despertà aqueixa altra flor beneïda de llavis perfectes. Amb el seu alenar. I com 

m’agradaria que això que vaig dient fos capturat. 

Portar un quadern i amb ell migrar, prendre notes, escriure a mig aire i a consciència. Una i una 

altra vegada. Ajudar-me a dir. (Amb cops de llapis que em repunten l’ànima.)

Jo sempre a la vora ja llenyosa del meu llavi infantil. I des d’aquí caure. Néixer a la nina. Fer-me dona perpètua. D’una altra manera i en un altre lloc. Escrivint el meu jo que fa néixer. Amb unes mans 

només meves. 

Escrivint el món amb les meves pestanyes (o si cal les entranyes). Escampar la frase 

amb un tust precís. Embotida dins la meva pell 

de conill caçat, que implica, al seu torn, un infinitat de conills fugits. Bo i saltant tots junts 

i disseminats cap al bosc del meu sexe. Fins 

que els vaig al darrere. I em fugen d’un en un. 

Emetent l’alè que els he dat.

(De quin ull esquinçat i vertical surt 

el que hauria pogut ser i que potser serà?) 

Vaig perfilant  paràgrafs 

en suspens que s’acumulen a la punta del dit 

del meu llapis. El mugró —bo i imitant el llapis. 

La boca —bo i besant-me la punta del llapis sense llet. Bombolles de sabó, fetes vidre, van recollint el meu petó per al nounat que, tot moll, acaba de caure’m a terra. (És com un ou vivaç que es transporta a si mateix. Infatigablement. Perquè al cap i a la fi transporta el cap tallat de la mare 

que li soc: la primera guillotina en la seva primera revolució.)

Oh, infinites i inenarrables postures maternes! 

Miro d’explicar desordenadament aquest estrany ordre de coses. 

De moment, les meves figures diuen i repeteixen una cosa que m’al·ludeix o que em fa mal. Com si parlessin damunt de mi mateixa. Trepitjant-me 

tot el cos calculadament. 

Fent servir la meva pròpia emboscada. I jo, 

amb les cames cada vegada més estretes, com

 pinces, per treure’m d’aquí al mig la nina dels meus jocs. Obrir i tancar una mica. Fins que em surti el vermell. Per escriure amb sang. Jo i les mil resurreccions. Jo la tomba. Jo l’ovari. Jo la mà al paper, amb la virginitat de l’ou encara 

sense estrenar.

Vaig pujant o baixant fins allà on em diuen que em senten i em veuen. Vaig escrivint fins a deixar-me entrellucar. O fins que arribo a tocar el fetus d’aquest text. Esbossos sanguinolents. Flors de pensaments. Crepuscles. Trompes de Fal·lopi. Plugim de nadó que plora quan em surt del sexe deixant la seva bava en els arbres que em fan embogir. Perquè néixer fa mal. I després ja no. Només taca. És escriptura. I jo m’he tingut a mi mateixa. En el moment del Gènesi. En el mateix acte d’encetar l’escriure vaig escriure Déu. Me’l vaig treure de la costella. Esprimatxat. Blanc i bonic com un conill per sorpresa. El meu llapis espantat. Eixit per cosir paraules amb el bec. Fins que arribo a la nina que em crema, que em trenca, que m’estima.

Qui no pot donar a llum no es considera amo i senyor del vermell d’aquesta flor. 

La flor que només jo puc escriure. Ara sí que tens ull d’escriptora —li dic jo. 

I m’odia per haver-li-ho dit. No hi ha desig de ser mare, sinó destí de ser mare —m’aclareix ella. Tot això que em devora. La meva destinació feta carn. El corb més elegant que em traurà els ulls. I tu que t’ho miraràs satisfet.

I ella continua: —La meva nina és obscena, em diuen, perquè es toca el mar. Ensuma-li, tu, aquesta brisa. Escolta-li, tu, aquesta música d’orquídies quan s’aixeca la faldilla amb un gemec perdut. Escup dins la seva tomba. O és que no és també tota teva?

                  Ets la meva mort més bella —dic. Nounada en mi. Acabada d’escriure. No et taquis —diu. Només miro d’il·luminar la veu cromàtica de la teva nit de part —dic. 

Per això ara pareixo dins teu. 

Per això vull ser la lloba alletadora que t’ofèn. 

Amb els pits oferts a les ganyotes del teu art. Mentre 

del teu sexe va fluint per fi la tragèdia de la família que som tots. (Una tomba desvirgada.) Perquè 

la tragèdia comença en la família mateixa, sota 

els ovaris. I és sempre la família que ve del desig 

més crispat per ser l’angoixa perfecta a la vorera de ningú.

  Αρνάου Πονς

Από Φως μαχαιριού (2012)

ένα κάψιμο από εσένα,
ένα από τα τόσα πολλά, φωτισμένο από ζωή, 

μας γλιστράει τώρα
κάτω από τον τοίχο:

για μένα
το χρωματίζει καλά,

αλλά όσοι περνούν εμπρός

λένε πως αφήνει
ένα άσχημο ίχνος —

είναι μικρό ή απέραντο, εξαρτάται πως

το βλέπεις το ονομάζουμε

λογοτεχνία —

*

και τα δύο ταυτόχρονα  ευάλωτα

το χέρι χωρις́ παράθυρο
του γιου
που δεν έχουμε ακόμα
και το κρυωμένο μου χέρι δίπλα στο παράθυρο

που δεν έχει ακόμα τζάμι

προσπάθησαν να σε πιάσουν από το στρίφωμα

το φωνακλάδικο του φορέματος

όταναν μας επισκέφτηκες για να μας χαρίσεις

μια χούφτα μέλλον,

και το ένα χέρι πέρασε
στο  άλλο
μέσα από
τα κάγκελα της φαντασίας
όπου μας έκανες να κοιμηθούμε

όλους αυτούς τους μήνες

κάτω από το γαλάζιο σου ουρανό

θέλαμε
επί τέλους
να ζητήσουμε εξηγήσεις

για όλα
τα χέρια σου
που δεν μας κρατούν .

*

περιστροφή μέχρι την ανία

πριν να πέσει στη λάσπη —

εσύ το γρήγορο φύλλο
στο δέντρο του κρεμασμένου

αφαιρείς το τζάμι από τον καθρέφτη, μουντζουρώνεις την κόλαση.

*

μια λέξη υποδύεται

τον πεθαμένο
για να επιβιώσει.

*


σε κουβαλαώ στα πλευρά μου

συνηθισμένη στην ήττα — 

τα εκατό
ή διακόσια χρόνια
που δεν θα μπορέσω

να μοιραστώ μαζί σου
τα αφίνω στο ράφι των βιβλίων που σβήνουν, 

στα κυκλωμένα,

σε αυτά που τόσο συχνά

έχουν γονατίσει για εμάς

*

Κληρώσεις δόξας
Στο πανηγύρι της λέξης
όταν ονειρεύτηκες
ότι έτρωγες τον θόρυβο του κόσμου:

Πολεμάς
στην πλευρά από όπου φυσάει

ο άγνωστος στρατιώτης —

*


ούτε η βόμβα της χαράς

ούτε η πυρίτιδα μιας αδιάκοπης ηδονής

ούτε και οι πυροβολισμοί της γαλήνης —

ένα ψίχουλο ψωμί

επισκέπτεται την πείνα

μέσα στο θόλο ενός κρανίου.

*

αλλά η φωνή σπάει

μέσα σε κάθε αυτί
σε αφιλόξενες μορφές

και αυτά τα χίλια κομμάτια δεν κάνουν, ώστοσο,

αυτό που θα ήθελες —

δεν ξέρεις πόσο καλό μου κάνεις

αν σκουπίσεις προς τα έξω

τα δικά μας σερβίτσια ήχων.

*

ένα πλήθος κουδούνια, 

μέσα στο σπίτι του

στην ξενιτιά ,

το κουδουνάκι μόνο —

η άβυσσος ήταν ένα λουλούδι

για να στολίζει την πατρίδα.

*

ανέκκλητη φωτιά

διασταυρωμένη,
αυτό που άνοιξες χωρίς εμένα,

πάντα τόσο ειλικρινής —

βίαια,
μόλις προστατευμένος
πίσω από την οθόνη ότι προσπαθώ,́ επιτρέπω

στις σφαίρες να μου δώσουν
τις εξηγήσεις που χρειάζομαι.

*

και με λατρεύεις κομματιασμένο, όταν η ψυχή μου ασπρίζει καταπίνοντας με κλειστά μάτια
το σκοτείνό αίμα που δεν ξέρει
να υπερασπιστεί τον εαυτό του χωρίς εσένα:

το μισό σου εαυτό
εξευτελισμένο — το εγώ σου λιθοβολημένο

είναι με αυτό που συνθέτουμε

ένα έμβρυο αμφιβολιών,
μικροσκοπικό τσαμπί θυμωμένων κυτταρων

που σου εμφυτεύω και με καταριέται

αν γεννηθεί,

θα πάψουμε να αρπάζουμε ο ένας του άλλου τις                                                        απίθανες σκιές,

αν δεν γεννηθεί,

δεν θα κλείσει για εμάς η νύχτα

και θα πνίγουμε με την αυγή.

*

μην παρεξηγήσεις,
μπαίνεις με το κλειδί και το απλοποιείς

μέτρησε τα μελάνια από το δεύτερο λυκόφως,

θρόμβους της διακλαδωτής αγάπης

που εμείς ενώνουμε
στην ώρα που όλοι θα επαγρυπνούσαν

τη μικρή μας ευχή,

κουτάβι που γλιστρά
υγραίνοντας
την κούνια της μοιχείας, με αποχρώσεις υγρής φωτιάς —

*

αν σου δώσω την τέχνη του καλού θανάτου εσύ μου στέλνεις την τοποθεσία
ανοιχτή και δροσερή
όπου θα χωρούσα

την πρώτη άνασα —


*


ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Ποιες είναι αυτές οι εποχές που
Το να μιλάς για δέντρα είναι σχεδόν εγκλημα
Επειδή υπονοεί ότι δεν λέμε τίποτα για τόσα αδικήματα!

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα του Σβέντμπορκ (1939)

 

*

ΕΝΑ ΦΥΛΛΟ, χωρίς δέντρο, 

για τον Μπέρτολτ Μπρεχτ:

Ποιες είναι αυτές οι εποχές

που το να μιλάς
είναι σχεδόν έγκλημα, 

επειδή υπονοεί

τόσα πολλά πράγματα που ειπώθηκαν;

Πολ Τσέλαν, Το μέρος του χιονιού (μεταθανάτιος βιβλίο 1971)

*


(τώρα και εδώ, με το κοινό να μας ακούει,
μετά τον Πολ Τσέλαν και τον Μπέρτολτ Μπρεχτ)

ποιες είναι αυτές οι εποχές

που το έγκλημα

παίρνει για άλλη μια φορά τη μορφή ενός δέντρου

και που το φύλλο που μαρτυρά τον ίσκιο

μαχαιρώνεται με ένα ποίημα

για τόση αλήθεια που είπε;

Αστερισμό ΧΧ
“Αριθμοί και αστερισμοί ερωτευμένοι με μια γυναίκα”

«Τι κάνω τόσο μακριά από τον τόπο που γεννήθηκα;» —

αναρωτιέται εκείνη. Όταν γεννήθηκα, μου λέει, ένιωσα ήδη την επιθυμία να γράφω. Και έγραψα την ευχή μου. Για να γεννηθεί. Λαχταρώντας τον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας που πρέπει να κερδηθεί ξανά, ίσως μέσα από τη γέννα. Για να ανοιχτώ έτσι στον δικό μου περιφραγμένο δασώδη τόπο. Το ζωντανό και μοναδικό μου νοητικό κλουβί. Με σάλιο πεταλούδας που μόλις εκκολάφθηκε ανοιχτό στα περιθώρια της ζωής.Χτυπώντας τα φτερά της χαράς μέσα στο βλέμμα μου. Κινούνται ανάμεσα στα γκρίζα τους, με τη σκόνη των φτερών τους σκορπισμένη. Συρρικώνομαι κάτω από τα φτεροκοπήματα τους, δίπλα στις μικρές τους φλέβες.

Για να ξεδιπλωθώ ολόκληρη μπροστά σε ό,τι κλείνει από πάνω μου. Με την αγριότητα των γραμμάτων ή των συλλαβών.

Και γεννήθηκα, επιτέλους, με αυτή την εγγεγραμμένη επιθυμία που με έφερε τόσο μακριά από τον τόπο όπου εγώ γεννήθηκα. Για να αποθέσω εκεί. Ένα αβγό ή ένα λουλούδι. Εκεί, ξύπνησε η σεξουαλικότητά μου.

Εκεί, ξύπνησε αυτό το άλλο ευλογημένο λουλούδι με τα τέλεια χείλη. Με την ανάσα του. Και πόσο

θα ήθελα αυτό που λέω τώρα να αιχμαλωτιστεί.

Να κρατώ ένα σημειωματάριο και μαζί του να αποδημώ, να κρατώ σημειώσεις, να γράφω μετεωριζόμενη και με πλήρη συνείδηση. Ξανά και ξανά

και ξανά. Να με βοηθώ να εκφραστώ. (Με μολυβιές που μου κεντούν την ψυχή)

.

Πάντα κοντά στην ήδη ξυλώδη άκρη του παιδικού μου χείλους. Και από εκεί να πέφτω. Να γεννιέμαι σαν κόρη. Να γίνομαι αιώνια γυναίκα. Με έναν άλλο τρόπο και σε έναν άλλο τόπο. Γράφοντας τον εαυτό μου που γεννάει. Μόνο με τα ίδια μου τα χέρια.

Γράφοντας τον κόσμο με τις βλεφαρίδες μου (ή τα σωθικά μου, εάν είναι απαραίτητο) .Να σκορπίζω τη φράση με ένα ακριβές άγγιγμα. Στριμωγμένη μες στο δέρμα μου,δέρμα κυνηγημένου κουνελιού, πράγμα που σημαίνει, με τη σειρά του, μια αμέτρητη στρατιά κουνελιών που ξέφυγαν. Πηδώντας όλα μαζί

και διασκορπισμένα προς το δάσος του φύλου μου. Μέχρι που τα κυνηγώ από πίσω. Και δραπετεύουν ένα ένα. Εκπέμποντας την ανάσα που τους έχω δώσει.
(Από ποιο σκισμένο και κάθετο μάτι αναδύεται αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει και που ίσως να είναι;)

Θα προσπαθήσω να εξηγήσω αυτή την παράξενη τάξη πραγμάτων με έναν κάπως αταίριαστο τρόπο.

Σχεδιάζω τις γραμμές των παραγράφων
μετέωρη, καθώς συσσωρεύονται στην άκρη της μύτης του μολυβιού μου. Η θηλή —μιμούμενη το μολύβι.

Το στόμα —φιλώντας μου την άκρη του μολυβιού χωρίς γάλα. Σαπουνόφουσκες, φτιαγμένες από γυαλί, 

περισυλλέγουν το φιλί μου για το νεογέννητο που, 

καταβρεγμένο, μόλις μου έπεσε στο πάτωμα. (Είναι σαν ένα ζωντανό αυγό που κουβαλάει τον εαυτό του. 

Ακούραστα. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, μεταφέρει το κομμένο κεφάλι της μάνας που του είμαι: 

η πρώτη γκιλοτίνα στην πρώτη του επανάσταση.)

Ω, άπειρες και απερίγραπτες μητρικές στάσεις. Προσπαθώ να εξηγήσω ακατάστατα αυτή την παράξενη τάξη πραγμάτων.

Προς το παρόν, τα σχήματα μου λένε και επαναλαμβάνουν κάτι που με πληγώνει. Σαν να μιλούσαν για μένα. Ποδοπατώντας ολόκληρο το σώμα μου.

Χρησιμοποιώντας τη δική μου ενέδρα. Κι εγώ,
με τα πόδια όλο και πιο σφιχτά κλεισμένα, σαν
τσιμπιδάκι, για να βγάλω από τη μέση το κορίτσι των παιχνιδιών μου. Ανοίγω και κλείνω λίγο. Μέχρι να ματώσω. Για να γράψω με αίμα. Εγώ και οι χίλιες αναστάσεις. Εγώ ο τάφος. Εγώ η ωοθήκη. Εγώ, το χέρι μου στο χαρτί, με την παρθενιά του αβγού ακόμα ανέγγιχτη.

Ανεβαίνω ή κατεβαίνω μέχρι εκεί που μου λένε πως με ακούν και με βλέπουν. Γράφω μέχρι να αφήσω να με διακρίνουν. Ή μέχρι να αγγίξω το έμβρυο αυτού του κειμένου. Ματωμένα προσχέδια. Λουλούδια των στοχασμών. Λυκόφωτα. Ωαγωγός. Ψιχάλα ενός μωρού που κλαίει καθώς βγαίνει από το φύλο, αφήνοντας τα σάλια του στα δέντρα που με τρελαίνουν. Επειδή το να γεννιέσαι πονάει. Και μετά, όχι πια. Μόνο λεκιάζει. Είναι η γραφή. Και εγώ με γέννησα. Τη στιγμή της Γένεσης. Ακριβώς τη στιγμή που άρχισα να γράφω, έγραψα τον Θεό. Τον έβγαλα από το πλευρό μου. Λιγνό. Λευκό και όμορφο σαν κουνέλι έκπληξη. Το μολύβι μου φοβισμένο. Να ράψει λέξεις με το ράμφος του. Μέχρι να φτάσω στο κορίτσι που με καίει, που με ραγίζει, που με αγαπάει.

Όποιος δεν μπορεί να δώσει γέννηση, δεν θεωρεί τον εαυτό του κάτοχο του κόκκινου αυτού του λουλουδιού.

Του λουλουδιού που μονάχα εγώ μπορώ να γράψω. Τώρα έχεις πραγματικά μάτι συγγραφέα — της λέω. 

 

Και με μισεί επειδή το είπα. Δεν υπάρχει καμία επιθυμία να γίνεις μητέρα,

—μου διευκρινίζει εκείνη. Όλα αυτά που με κατασπαράζουν. Ο προορισμός μου που έγινε σάρκα. Το πιο κομψό κοράκι που θα μου βγάλει τα μάτια. Κι εσύ που θα το κοιτάς με ικανοποίηση.

Και εκείνη συνεχίζει: —Το κορίτσι μου είναι άσεμνο, μου λένε, γιατί αγγίζει τη θάλασσα. Μύρισε αυτό το αεράκι της. Άκου αυτή τη μουσική της ορχιδέας όταν σηκώνει τη φούστα της με ένα χαμένο μουγκρητό. Φτύσε στον τάφο της. Ή μήπως δεν είναι όλα δικά σου;

«Είσαι ο πιο όμορφός θάνατός μου» —λέω. 

Νεογέννητη στο δικό μου. Πρόσφατα γραμμένη. Δεν λεκιάζεται — λέει. Προσπαθώ μόνο να φωτίσω τη χρωματική φωνή της νύχτας της γέννησής του — λέω. 

 

Γι' αυτό τώρα γεννώ μέσα σου.

Γι' αυτό θέλω να είμαι η λύκαινα που θηλάζει και σε προσβάλλει. Με τα στήθη προσφερόμενα στους μορφασμούς της τέχνης σου. Ενώ από το φύλο σου τελικά ρέει η τραγωδία της οικογένειας που όλοι είμαστε. (Ένας τάφος διακορευμένος.) Επειδή

η τραγωδία ξεκινάει μέσα στην ίδια την οικογένεια, κάτω
από τις ωοθήκες. Και είναι πάντα η οικογένεια που έρχεται από την επιθυμίατην πιο σφιγμένη, για να είναι η τέλεια αγωνία στην άκρη του κανενός.

Σκανδάλη Δ.

 

Περί Τυφλού Έρωτος

 

Τα μάτια μου σταμάτησαν να σε κοιτάζουν 

τη στιγμή που σε είδα. Ένιωθα τον πόνο να

σε διαπερνάει. Έτρεμες σχεδόν, μα ήσουν 

όμορφος. Όταν έκλεινες τα μάτια ένιωθα 

την ανάσα σου πιο δυνατή. Ήθελα σαν τρελή

να σε φιλήσω, μα φοβόμουν πως δεν θα ‘βρισκα το μάγουλό σου. 

 

Δεν έβλεπα πια. Μόνο άκουγα τις μπουρμπου-λήθρες στο κεφάλι μου, το οξυγόνο σου. 

Σ’ άκουγα στα μπλε να σωπαίνεις. Κι η αγάπη 

μέσα μου στρίγκλιζε, λες κι ήθελε να με ανοίξει

για να χιμήξει πάνω σου. 

Έτρεχαν όλα γύρω μου, μα ένιωθα το χέρι σου σφιχτά, 

κι έτσι κατάλαβα τι είναι να αγαπάς τυφλά 

κι αποφάσισα να τυφλωθώ. 

 

 

 

Ικαρία

 

Ο βίος μοναδικός του καθενός

λογιέται

Κι ανεμοτάφια χτίζοντας

ανέμους ξενυχτούσαν

Αν στη ζωή δεν μπόρεσα εκείνο

που νόμιζα δικό μου

Συνάντησα θαρρώ το λογισμό μου

Και σε καυτά λουτρά σαν βούτηξα

έψαχνα να ‘βρω κρύα

Απρόσκοπτα θα συνεχίζω να πέφτω

για χάρη των λιωμένων μου φτερών

Κι ίσως να πάρω μάθημα.

 

Εμείς μένουμε εδώ με τους τσιγγάνους στις γειτονιές μας

Κυλάμε τα καρότσια μας παρέα

Μοιραζόμαστε τις αυλές μας, τις γιορτές, το σούρουπο
Έχουμε αρκετό για να το μοιραστούμε χωρίς να μας λείψει
Τρώμε από κείνα που φυτέψαμε
Περπατάμε αργά
Βρίσκουμε υπέροχο το κάθε βήμα
Κάποιες φορές δεν περπατάμε καθόλου
Καθηλωνόμαστε στις αυλές, με εκείνες τις καλοσυνάτες γριές
που δεν έπαψαν ποτέ τους να κουτσομπολεύουν
Καθηλωνόμαστε με το βλέμμα στραμμένο πάντα στην αναμμένη μας τηλεόραση
Πηγή φωτός
Παρέα που αγνοούμε πια την γλώσσα της και την αφήνουμε, απλώς, να παίζει κάπου εκεί μέσα μόνη της.
Εμείς εδώ δεν είμαστε και τίποτα σπουδαίοι
Γίναμε απλοί όταν μάθαμε να λύνουμε τους κάβους
και να μιλάμε με ευκολία στους περαστικούς, λες και τους ξέραμε από χθες
Μετράμε τη θάλασσα, τις στροφές μας, τα βήματά μας, τους θανάτους μας
σα να ήταν όλοι τους δικοί μας
Κι όταν θα κοινωνήσουμε θα θυμηθούμε το όνομα

Τα έπιπλα.

Στερέωσα το βλέμμα μου πάνω από το ντιβάνι.

Βελούδινο σομόν, ξύλο σκληρό με ακίδες σηκωμένες.

Σφιχτή αγκάλη.

Πίσω απ’ τη γωνιά στο έπιπλο, ακροβάτης ξεφτισμένη μπορντώ κουρτίνα.

Το σίδερο σαν τόξο να δείχνει προς τα πάνω.

Μια λάμπα γυάλινη μέσα σε μέδουσα φωτιστικό σβησμένο με ροζέτα.

Μια μυρωδιά παλιού και οικείου απερίγραπτη, μόνο την ξέρεις δεν τη μαθαίνεις σε κανέναν.

 

Πού πήγαν όλοι οι άνθρωποι;

 

Έμεινα να κοιτάζω τα έπιπλα που μου διηγόντουσαν τις ιστορίες.

Απομεινάρια γεμάτη η ζωή,

ψάχνει καθημερνά για νέο ξεκίνημα.

 

Κι ύστερα στέκεται, ρεμβάζει τα παλιά.

Κάποτε νόμιζα πως τίποτα από εκείνα δεν αλλάζει

και βυθιζόμουνα σε σκέψεις πως δεν τα αγάπησα -τάχα μου- αρκετά,

 

γι’ αυτό δεν εξελίσσονταν.

Τώρα αποχαιρετώ τις εποχές κι εκείνους που δεν στάθηκαν λιγάκι παραπάνω.

Τα έπιπλα όμως, σκαριά γερά, ακόμη ευχάριστα μου στέκονται και συζητούν μαζί μου.

 

 

Μη γίνουμε μόνο φοβάμαι μια μάζα από όλα εκείνα που φοβόμασταν μη γίνουμε

 

Όλοι φεύγουν για κάπου

Δεν έμαθα ποτέ για πού

Το δωμάτιο πλημμύρισε μια θάλασσα αέρα και θρόισμα φύλλων

Μπήκα ξυπόλυτη με κάτι ανάλαφρο

 

κι αποφεύγοντας το νερό ανέβηκα στο πλεούμενο κρεββάτι μου

Το παράθυρο έστεκε φρουρός να με χωρίζει απ’ την τυραννία του έξω

Μέσα απ’ τη δαντέλα αραχνοφαίνονταν φωνές

και φασαρία οικεία, του δρόμου μεθυσμένη

Σπίτια χαμηλά, ό,τι μας απέμεινε σ’ αυτήν τη θάλασσα

Καράβια για τα κορμιά μας

Ορθώνω ανάστημα και βυθίζομαι σταθερά.

Τώρα ξέρω πώς

 

 

Θάλασσα

 

Χρυσαφογάλανες, κυματιστές κλωστές 

Ενωμένες αέναα ταξιδεύετε 

Δείξτε μου το ταξίδι όπου ανατέλλω 

Πριν πάψω να σας αντικρύζω πια 

Με την αφή μενεξεδένια 

Παχύ βελούδο τώρα που τ’αγκαλιάζω 

Κι εκείνο πάντα γλιστρά και χύνεται και δραπετεύει  

Και το χωριό στο βάθος 

Λόγος πλεούμενος που ταξιδεύει 

 

Dimitra Skandali

 

Sobre l’amor cec

 

Els meus ulls van deixar de mirar-te

 

en el moment que et vaig veure. Vaig sentir que el dolor

et travessava. Quasi tremolant, però eres

bell. Quan vas tancar els ulls vaig sentir

la teva respiració fer-se més fort. Desitjava com una boja

poder-te besar, però tenia por

de no trobar la teva galta.

 

No veia res ja. Només vaig escoltar

un barboteig al meu cap, 

el teu oxigen.

Et vaig sentir en el blau, el silenci. I l’amor

dins meu va cridar, com si volgués obrir-me

per caure damunt teu.

Tots corrien al meu voltant, però vaig sentir la teva mà amb força

i així vaig entendre el que és estimar a cegues

i vaig decidir encegar-me.

Icària

 

La vida de cadascú és única,

diguem-ho així

I construint tallavents,

els vents vetllen

Si en la vida no vaig poder

tenir allò que creia meu

Vaig retrobar el meu pensament

I em vaig submergir en aquests banys esperant trobar fredor

Seguiria caient sense impediments

gràcies a les meves ales desfent-se

Potser aprengui la lliçó.

 

Ens quedem aquí als nostres barris amb els gitanos

 

Empenyem els nostres carrets junts

Compartim els nostres patis, les celebracions, les postes de sol

Tenim prou per compartir sense que ens manqui res

Mengem el que hem sembrat

Caminem lentament

Ens sembla meravellós cada pas

De vegades no caminem gens

Ens asseiem als patis, amb aquelles velles amables

a les que mai vam impedir de tafanejar

Ens asseiem amb la mirada dirigida sempre al televisor encès

Font de llum

Som un grup que ignora la seva llengua i, senzillament, deixem 

que jugui ella sola a alguna cosa 

Nosaltres aquí no som res d’especial

Ens vam tornar senzills quan vam aprendre a resoldre endevinalles

i parlar fàcilment amb els vianants, com si els coneguéssim

Contem el mar, els nostres girs, els nostres passos, les nostres morts

com si fossin com si fossin els nostres propis

I quan els haguem compartit recordarem el seu nom 

 

 

Els mobles

 

Vaig clavar la mirada al divan.

Vellut salmó, fusta dura amb extrems que sobresurten.

Abraçada forta.

Darrera la cantonada del moble, una acrobàtica cortina bordeus esfilagarsada.

El ferro com un arc que apunta cap amunt.

Una làmpada de vidre dins el rosetó d’una medusa il·luminada.

Una olor de vell i de privacitat familiar, només tu la coneixes, no la ensenyes a ningú.

 

 

On ha anat la gent?

 

Em vaig quedar mirant els mobles que m’explicaven històries.

Restes plenes de vida,

busco cada dia un nou començament.

 

I després aguanta, recorda els vells temps.

Per un moment vaig pensar que res d’això canviaria

i em vaig capficar en la idea de que no els estimava –suposadament– prou,

 

per això no evolucionaran.

Ara m’acomiado d’aquells temps i dels que no van aguantar una mica més.

Els mobles, malgrat tot, velles carcasses, s’acontenten de restar drets i parlar amb mi.

 

 

 

No esdevinguem solitaris tinc por de tot allò que temíem en convertir-nos

 

Tots marxen a algun lloc

Mai vaig saber on

La cambra es va omplir d’un mar d’aire i del murmuri de les fulles

Vaig entrar descalça amb una cosa lleugera

 

I vaig pujar al meu matalàs flotant per evitar l’aigua

La finestra muntava guàrdia per separar-me de la tirania exterior

A través de les randes, les veus semblaven ressonar

i un soroll familiar, d’una carretera èbria

Cases baixes, tot el que ens va deixar aquest mar

Vaixells pels nostres cossos

Em mantinc dreta i m’enfonso lentament

Ara ja sé com

 

 

Mar

 

Fils ondulats d’un blau daurat

Per viatjar sempre junts

Mostra’m el camí per on començar

Abans de que deixi de veure’t

Amb el tacte violaci

Vellut gruixut ara que l’acarono

I això que sempre rellisca, es vessa i s’escapa

I el poble al fons

Paraula que viatja

Λέο Λουτσέρι,

 

1

πεθαμένες λέξεις 

στη γροθιά μου βαστώ

πιάσε

τις χαρίζω σ’ κείνους που ξέρουν  ν’ ακούνε

 

μην κοιτάς τα μαύρα νερά 

που από το στήθος μου βγαίνουν 

 

έρχονται από φρέατα παλιά

κρυμμένα

πίσω από τους τοίχους της λύπης μου

 

πιάσε όσες θέλεις 

σου χρειάζονται

για να μη λησμονήσεις τα σώματα

από τον ίσκιο σκεπασμένα

τις φωνές που ξεθώριασαν 

από την αδικία του χρόνου

 

πιάσε μία

ακόμη και την πιο σκληρή,

θα σου χρειαστεί

να μην νιώθεις ξένος

να έχεις πάντα στο νου τ’ όνομά σου

 

2

πώς να σου πω 

ότι μέσα 

μου πέθανε ένα μεγάλο χωριό;  

τι ξέρεις εσύ                             

για τις γειτονιές με σβησμένες φωνές;   

 

πώς γίνεται να μη θωρείς

αυτό το ξερό πηγάδι

που βαστώ μες στην αυλή

της καρδιάς;

 

μου έσπασε ο χρόνος

το λεπτό νήμα των ημερών 

 

τίνος είναι τούτα τ’ άσπρα μάτια

τούτο το ρυτιδωμένο μέτωπο;

 

Έχουν φύγει ένας ένας 

 

αυτόν τον ψίθυρο ελαφρής μιλιάς

τον ακούς;

κάθε μέρα πιο μακρινό

 

πιο μακρινό

 

3

μένω εδώ 

κοιτώντας το Νοέμβρη

 

οι μέρες τρώνε τα πόδια μου

το σκοτάδι πλησιάζει με το στόμα ανοιχτό 

να καταπιεί κείνα που έχω στο νου

 

θα ήθελα να φύγω από εδώ 

να βρω έναν τόπο που να με βοηθήσει 

ν΄ αφήσω εκεί τη στάχτη του χρόνου   

 

                     μα μένω εδώ 

παρότι ο άνεμος μου παίρνει την καρδιά. 

 

                      μένω όρθιος 

σήμερα έχω να πλέξω αλάτι και ιδρώτα 

για τον χειμώνα να σπείρω όψιμες λέξεις

 

4

βρίσκομαι μοναχός μου

σ’ έναν κόσμο που δεν έχει φωνή 

 

η νύχτα δεν προχωράει 

 

αγγίζω το σώμα μου

το πρόσωπο, τα μάτια 

αλλά δεν με αναγνωρίζω 

 

γυρίζω πίσω 

 

να σύρω τα νήματα 

της σχισμένης ζωής μου

 

να πιάσω πάλι την κουβέντα 

που αφήσαμε στο κατώφλι

 

ἐνα βράδυ

 

ήταν Ιούνιος

οι γυναίκες σε κύκλο 

έπλεκαν 

παρακαλώντας έναν άγιο με λουλούδι στο χέρι

 

και

με κόπο 

 

αρχινώ

να υφαίνω λέξεις και φωνές

στον αργαλειό των αναμνήσεων

να ιδιάζω πανιά και τραγούδια

για να ντύσω το μέλλον 

 

ξαφνικά

ακούω κάποιον να λέει τ’ όνομά μου

 

και ο χρόνος ρέει ξανά 

 

5

βρίσκω σύννεφα στα μάτια σου

μια θάλασσα γλυκιά που νανουρίζει το πρωί

ένα χλωρό φεγγάρι που μου τραγουδάει

                                    λόγια του Λόρκα

βρίσκω ένα παιδί που παίζει με τα χέρια  μου

μια γυναίκα που καίει φωτογραφίες και φιλιά

                                                      [δοσμένα

έναν άντρα που μου λέει 

το ξέρεις, εσύ το ξέρεις, ο χρόνος δεν μας αγαπά

βρίσκω έναν κόσμο που θα ήθελε ν’ αλλάξει

βρίσκω και τα μάτια μου χαμένα μες στη νύχτα

βρίσκω ζωές που τρέχουν για ένα ψεύτικο όνειρο

τόσα πράγματα βρίσκω στα μάτια σου

 

μα εσύ πού είσαι;

 

6

ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση

 

 

ἀφησα την ψυχή μου

ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση

και τώρα σαν γλάρος

πάει πετώντας πάνω στο νερό

 

πού στέκει το παλιό μου σπίτι;

και το καινούριο πού στέκει;

εγώ τίποτα δεν νογάω

κι όλα μαύρα τα θωρώ εδώ

 

ξέρετε τ’ όνομά μου;

το ‘χασα αγκαλιασμένος σ’ ένα βράχο

δεν θα μπορώ ούτε να το διαβάσω

γιατί δεν έχω πλέον τα χαρτιά

 

λησμόνησα ακόμη κι από πού προέρχομαι

θέλεις γεννήθηκα πάνω σε μια βάρκα,

θέλεις γεννήθηκα απ’ τη θάλασσα

 

και τώρα στη θάλασσα εγώ γυρίζω

 

7

δώσε λουλούδια

 

 

δώσε λουλούδια στη λύπη

στον πόνο λάδια αρωματικά

μέλι απ’ την Ήπειρο στην οργή

στην αγάπη αρκεί ένα φιλί

Leo Luceri

 

1

paraules mortes 

recullo al palmell

agafa’n

les regalo a qui sap escoltar

 

no miris les aigües negres

que em brollen del pit

 

venen d’altres pous

amagats

darrere murs de dolor

 

agafa’n les que vulguis

serveixen

per no oblidar els cossos

embolcallats per l’ombra

les veus descolorides

per l’ofensa del temps

 

agafa’n una

fins i tot la més dura

et servirà

per no sentir-te foraster

per recordar sempre el teu nom

 

2

com dir-te

que se’m ha mort una ciutat

a dins:

què en saps tu

dels ravals de les veus apagades?

 

com pots no veure

aquest pou sec 

que tinc al pati

del cor?

 

se’m ha trencat el temps

el fil prim dels dies

 

de qui són aquells ulls blancs

aquell front arrugat?

 

Han marxat un a un

 

aquell murmuri de síl·labes lleugeres

el sents?

cada dia més lluny

 

més lluny

 

3

em quedo aquí

mirant novembre

 

mentre els dies em mengen els peus

la fosca va arribant boca oberta

per empassar-se els records

 

voldria fugir d’aquí

trobar un altre lloc que m’ajudi

on abandonar la cendra del temps

 

             però em quedo aquí

encara que el vent m’arrenqui el cor

 

             em quedo dret

avui he d’entrellaçar sal i suor

per sembrar a l’hivern paraules tardanes

 

4

em trobo sol

en un món mut

 

la nit no avança

 

em palpo el cos

el rostre, els ulls

però no em reconec

 

em giro enrere

 

per estirar els fils

d’una vida dividida

 

per reprendre el discurs

que vam abandonar al llindar

 

un vespre

 

era juny

les dones en cercle

amb labors de punt

pregant a un sant amb una flor a la mà

 

i

amb esforç

 

començo

a teixir paraules i veus

al teler dels records

a crear trames sonores

per vestir el futur

 

en un moment donat

escolto algú que diu el meu nom

 

i el temps torna a córrer

 

5

Trobo núvols en els teus ulls

un mar dolç que bressola al matí

una lluna verda que em canta 

                     paraules de Lorca

trobo un nen que juga amb les meves mans

una dona que crema fotografies i besos

                                                     [donats

un home que em diu

ho saps, tu ho saps, el temps no ens 

estima

trobo un món que vol canviar

trobo també els meus ulls perduts en la nit

trobo vides que corren per un somni mentider

trobo tantes coses en els teus ulls

però tu on ets?

 

6

entre Llevant i Ponent

 

 

he abandonat la meva ànima

entre Llevant i Ponent

i ella con una gavina

vola ara damunt l’aigua

 

on és la meva antiga casa?

i on és la nova?

jo ja no entenc res

sols negre al meu voltant

 

coneixeu el meu nom?

l’he deixat abraçat a un escull

ni llegir-lo podria

en documents ara ja perduts

 

he oblidat fins i tot d’on vinc

potser he nascut a una barca,

potser he nascut del mar

 

i ara retorno al mar

 

7

regala flors

 

 

regala flors a la tristesa

al dolor olis perfumats

mel de l’Epir a la ràbia

a l’amor només li cal un bes

Σούτου Α.

 

Κουβέντες στην ομίχλη

 

Κάθε φορά που βρέχει

ένα ρυάκι σχηματίζεται στην άκρη του δρόμου

κι αναρωτιέμαι:

Αν τ’ ακολουθήσω θα με πάει σ’ ένα ποίημα;

Οι ποιητές αγαπούν τη βροχή.

Χάνονται σε καταιγίδες λέξεων

σε μπόρες συναισθημάτων.

Υπνωτισμένοι παρακολουθούν τις αστραπές

να φωτίζουν τη νύχτα, παραδίνονται

στον ήχο του νερού.

Κάποτε ξυπνούν από μια βροντή

κι ακούνε κουβέντες στην ομίχλη:

«Μπορείς να γράψεις για το δρόμο

χωρίς να γίνεις χαλκομανία

συμπιεσμένη ανάμεσα σε τοίχους.

Μπορείς να γράψεις για ένα ποτάμι

χωρίς να πνιγείς στα νερά του

καθώς γίνεται ορμητικό ή φουσκώνει.

Μπορείς ν’ απολαμβάνεις τη βροχή

χωρίς κατ’ ανάγκη να γράψεις ποίημα.»

 

 

Σίσυφος

 

Μικρά μυαλά

Μεγάλα όνειρα

Ρηχές αντιλήψεις

Ισχυρές πεποιθήσεις

Μακρύς είναι ο δρόμος προς την εκπλήρωση

Επιθυμίες που σβήνουν άτσαλα         

Γήινες επιθυμίες

Στρώνουν το πνευματικό μονοπάτι

Που ακολουθείς     

Που σε οδηγεί

Πάνω στο λόφο     

Κάτω από το δρόμο

Και συναντάς τη νοημοσύνη σου

Τη βλακεία σου

Υπερφίαλο εγώ     

Βαθύτατη ανασφάλεια

Ξέρεις τα πάντα     

Δεν ξέρεις τίποτα

Μπορείς να αναλύσεις όλα τα γεγονότα

Σε λάθος συμπεράσματα

Σκάβοντας τρύπες στο νερό

Εσύ, καταραμένε Σίσυφε!

 

 

Σκονισμένη πόλη

 

Πολύ σκόνη στην πόλη σήμερα·         

κρύβει τα σύννεφα,

μπαίνει στα ρουθούνια, επιτείνει         

τη δυσφορία από τον καλοκαιρινό καύσωνα.

Η σκόνη αγαπάει τις πόλεις·

καλύπτει τα ψέματα πίσω από κλειστά παντζούρια,

καλύπτει τις χαραμάδες, τα σκουριασμένα σίδερα,

τα ξεχασμένα χαρτιά στο γραφείο

απομεινάρια μιας άγνωστης ζωής.

Οι πόλεις αγαπάνε τη σκόνη.

Εκείνο το σύνθημα στον τοίχο

χτυπάει λιγότερο στο μάτι όταν είναι σκονισμένο

κι οι νοικοκυρές περνούν ώρα πολύ να καθαρίζουν;

ξεχνιούνται, κουράζονται,

δεν έχουν χρόνο να σκεφτούν

τις προσβολές του πρωινού ή τα κρύα απογεύματα.

Αυτό που φοβούνται οι πόλεις είναι η βροχή·

αυτοκίνητα φρενάρουν φοβισμένα,

άνθρωποι κρύβονται να μη βραχούν,

το φως των προβολέων διαθλάται.

Κι όμως, η βροχή χρειάζεται·

για να ξεπλυθούν οι δρόμοι, για να φύγει η σκόνη,

για να φανούν χρώματα ζωντανά.

 

 

Fariha*       

 

Γεννήθηκα σε γη κακοτράχαλη.

Έμαθα να αντέχω τη ζέστη και τη δίψα,

να περπατώ τον πόνο με χαμόγελο.

Μετά, μου είπαν: «είσαι γυναίκα,

θα κατεβάζεις το βλέμμα

στην εξουσία του αντρός».

Θυμάμαι, είχα θαυμάσει κάποτε έναν αετό…

Ναι, θέλω ελευθερία

αν και δεν ξέρω να είμαι ελεύθερη.

Ναι, θέλω δύναμη

αν και δεν ξέρω να είμαι δυνατή.

Μεγάλωσα με τροφή ταϊσμένη με χωνί,

σ' ένα στενό κλουβί με αόρατα όρια.

Και τώρα; Όλα τελείωσαν;

Μου ξερίζωσαν τα φτερά

πριν ακόμα φυτρώσουν.

Μου αφαίρεσαν τις φωνητικές χορδές

και στη θέση τους τοποθετούν μεγάφωνα

να αντηχούν τη φωνή τους.

Όλα τελείωσαν;

Η σιωπή μου,

είναι επανάσταση που κανείς δε λογάται.

Μια μέρα θα σπάσει τα δεσμά της

και θα γίνει σεισμός.

Μια μέρα κύματα ζωής

θα ταρακουνήσουν τους κοιμισμένους.

 

  • Αραβικό γυναικείο όνομα που

σημαίνει “χαρά”

 

 

Μια μέρα του Αυγούστου

 

Κάθε καλοκαίρι που περνά

καίει το δέρμα μου

και τις ανησυχίες μου.

Μεγαλώνω όπως τα λαχανικά

στον κήπο μου.

Ωριμάζω σε μια αργή

διαμορφωτική διαδικασία.

Ίσως διαρκέσει μια ζωή

μα ελπίζω να προλάβω.  

Όταν έρθει ο καιρός της συγκομιδής,

σαν αγρότης με δέρμα τσαλακωμένο

από τον ήλιο, το κρύο και τον άνεμο

θα ξεκουραστώ

κάτω από μια ελιά,

μια μέρα του Αυγούστου.

Θα ξεκουραστώ.

Κι αφού φιλήσω τη γη,

θα δοκιμάσω το γλυκό χυμό

του μόχθου και του χρόνου.

 

 

Σε παραθαλάσσιο δρόμο

 

Φυσάει βοριάς

κι η θάλασσα

αφρισμένη

τρώει την ακτή

αχόρταγα.

Λούζει το δρόμο

με αλμύρα,

μαζί και μένα

που παλεύω

να περάσω απέναντι

για να σωθώ.

Έτσι βρεγμένη

σταματώ μπροστά

στο κύμα,

νοιώθω       

τη δύναμή του,

την ομορφιά του

κι αφήνω

το αλάτι       

να γεμίσει

το στόμα μου

με γεύση καλοκαιριού.

 

Μπλε όνειρο

 

Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου         

πίνω τη γλύκα απ’ το χαμόγελό σου,

επιπλέω στα ερείπια του μέλλοντος

κι ακούω τις πρωινές καμπάνες

στη σιωπή, στα μπλε μου όνειρα.

Χθες, βυθίστηκα στο χορό της πεταλούδας,

μέχρι που το βράδυ με βρήκε μόνη μου

να μετρώ τις στάλες του κρασιού

που έπεσαν στο πάτωμα

ως σπονδή στα πνεύματα του ωκεανού.      

Μια γοργόνα μάς είδε να σκάβουμε το δρόμο μας

μακριά απ’ τα τριαντάφυλλα της Ισπανίας.

Έφερε κοράλλια για να στολίσουμε τα μαλλιά μας

κι αλάτι για τις πληγές μας.

Όταν ο αέρας στα πνευμόνια μου μ’ έσπρωξε

                                            [στην επιΦφάνεια

παρακάλεσα μια ακτή να πνίξει την κραυγή μου.

Ένας γέρος μου έδωσε το χέρι του

για να με γυρίσει σπίτι.

Τραγουδούσες πάνω σ’ ένα δέντρο

κι ο ουρανός ήταν μπλε.

Αιωρήθηκα στη χώρα του Μορφέα

ένιωσα τα κύματα του ωκεανού

να πλύνουν τους φόβους μου,

δα τα μάτια σου     

κι ένα δελφίνι τραγούδησε για μένα ένα νανούρισμα.

  Angelikí Sútu

 

Converses en la boira

 

Cada cop que plou

es forma un riuet a l’extrem del camí

i em pregunto:

Si el segueixo, em portarà a un poema?

.                                    Els poetes estimen la pluja.

Es perden en tempestes de paraules

en xàfecs de sentiments.

Hipnotitzats, segueixen els llamps

que il·luminen la nit, es rendeixen

al so de l’aigua.

De vegades es desperten amb un tro

i escolten converses en la boira:

“Pots escriure sobre el camí

sense convertir-te en calcomania

comprimida entre dos parets.

Pots escriure sobre un riu

sense ofegar-te en les seves aigües

a mida que es torna impetuós i es va carregant.

Pots gaudir de la pluja

sense necessitat de que escriguis un poema.”

 

Sísif

 

Poc cervell

Grans somnis

Comprensió superficial

Conviccions potents

El camí cap el compliment és lluny

Desitjos que s’esfumen lentament

Desitjos terrenals

Allisen el sender espiritual

Que segueixes

Que et guia

Damunt la colina

A baix al camí

I et trobes amb la teva intel·ligència

La teva estupidesa

Jo pretensiós

Profunda inseguretat

Ho saps tot

No saps res

Pots analitzar tots els fets

En conclusions errònies

Cavant forats a l’aigua

Tu, maleït Sísif!

 

 

Ciutat polsegosa

 

Molta pols a la ciutat avui;

amaga els núvols,

entra pel nas, intensifica

la incomoditat de la xafogor estiuenca.

La pols estima les ciutats;

cobreix les mentides darrere les persianes,

cobreix les escletxes, els ferros rovellats,

les cartes oblidades a l’escriptori

restes d’una vida desconeguda.

Les ciutats estimen la pols.

Aquella consigna a la paret

xoca menys a l’ull tota empolsegada

i les mestresses de casa passen moltes hores netejant;

s’obliden, es cansen,

no tenen temps per pensar

en els insults del matí o la fredor dels vespres.

El que temen les ciutats és la pluja;

els cotxes frenen amb por,

els homes s’amaguen per no mullar-se,

la llum dels fanals es refracta.

i, malgrat tot, la pluja és necessària;

per esbandir els carrers, per eliminar la pols,

per mostrar vius els colors.

 

 

Fariha*

 

Nascuda en terra abrupta.

Va aprendre a suportar la calor i la set,

Passejava el dolor amb un somriure.

Després, em deien: “ ets dona,

baixaràs la mirada

davant l’autoritat de l’home”.

Recordo, havia admirat una àliga…

Sí, vull llibertat

i no sé si sóc lliure.

Sí, vull força

i no sé si sóc forta.

Vaig créixer alimentada amb un embut,

en una gàbia estreta amb límits invisibles.

I ara? Tot s’ha acabat?

Em van arrencar les ales

Fins i tot abans de que despuntessin.

Em van treure les cordes vocals

i al seu lloc van col·locar un altaveu

per fer ressonar la veu d’ells.

Tot s’ha acabat?

El meu silenci,

És una revolució de la que ningú parla,

Un dia trencaré els meus llaços

i hi haurà un terratrèmol.

Un dia onades de vida

sacsejaran els adormits.

 

*  nom àrab femení que significa

 

 

Un dia d’agost

 

 

Cada estiu que passa

es crema la meva pell

i les meves preocupacions.

Creixo com les hortalisses

al meu hort.

Vaig madurant a poc a poc

en procés de formació.

Tal vegada duri tota la vida

però espero tenir temps.

Quan arribi el temps de la collita,

com un pagès amb la pell arrugada

pel sol, el fred i el vent

descansaré

sota una olivera,

un dia d’agost.

Descansaré.

I un cop besada la terra,

tastaré el suc dolç

de l’afany i del temps.

 

 

Al camí de la costa

 

Bufa el vent del nord

i el mar

escumejant

es menja insaciable

la costa.

El camí rentat

amb aigua salada

també jo

que lluito

per tirar endavant

per salvar-me.

Així, mullada,

m’aturo davant

de l’ona,

sento

la seva força,

la seva bellesa

i deixo

que la sal

ompli

la meva boca

amb sabor d’estiu

 

 

Somni blau

 

Amb els primers raigs del sol

bec la dolcesa del seu somrís,

floto sobre les ruïnes del futur

i escolto les primeres campanes

en el silenci, en el meu somni blau.

Ahir, em vaig submergir en el ball de la papallona,

fins que el vespre em va trobar tota sola

comptant les gotes de vi

vessades a terra

com una libació als esperits de l’oceà.

Una sirena ens va veure cavar el nostre camí

lluny de la rosa d’Espanya.

Va dur coralls per guarnir els nostres cabells

i sal per les nostres ferides.

Quan l’aire dels pulmons em va empènyer

                                    [cap a la superfície,

vaig pregar a la riba que ofegués el meu crit.

Un vell em va donar la mà

per tornar-me a casa.

Vas cantar damunt d’un arbre

I el cel era blau.

Flotant al país de Morfeu,

vaig sentir que les ones de l’oceà

rentaven les meves pors,

vaig veure els teus ulls

i un dofí cantava per mi una cançó de bressol.

Αργυρώ Ψώρα – Θεοδωράτου

 

Συμπόσιο

 

Βροχή μου

 

σταλάγματα απ’ τα μάτια

μέχρι τα χείλη που γεύονται

σώμα και αίμα του κυρίαρχου πόνου.

Συμπόσιο μέγα, θορυβώδες

αξεδίψαστοι οι συνδαιτυμόνες στοχασμοί

κι ο αρχιτρίκλινος χρόνος

να κερνά ασταμάτητα

παλαιωμένους άκρατους λυγμούς

και ενθυμήσεις.

Άσπρο πάτο μου λέει,

μην αφήσεις ούτε γουλιά.

Άλλως απ’ το ξεχασμένο απόπιωμα

θα αναγεννώνται ξανά και ξανά

έγκλειστοι φόβοι

και ανεπιθύμητες παρουσίες.

 

Άσπρο πάτο λοιπόν.

 

 

Κίτρινο φύλλο

 

Θα σας μιλήσω απόψε

για ένα φύλλο κίτρινο

που μου άφησε πριν λίγο ο Σεπτέμβρης       

στα σκαλιά.

 

Να το διαβάσω, λέει, προσεκτικά

και να το μελετήσω

να λάβω υπόψη σοβαρά το μήνυμα

και την προειδοποίηση

του σιωπηλού του κομιστή.

Και οπωσδήποτε

να κάνω μια επανάληψη

σε κάποια χρώματα.

 

Στο πράσινο

που αχόρταγα ρουφά τη χλωροφύλλη

για να δρογγέψει ανυπεράσπιστη

η νέα φύτρα

 

στο κόκκινο

που εύκολα αναφλέγεται

σε προσομοίωση ζωής αιώνιας

έναντι

 

στο κίτρινο του ώριμου μεσημεριού

και της γυμνής αλήθειας

 

αλλά κυρίως στο επερχόμενο καφέ

που έχει πάντα γήινες διαθέσεις.

 

Αυτές τις διαθέσεις

μου συστήνει να προσέξω ιδιαιτέρως

γιατί αλλάζουν τακτικά

κι έχουν την τάση

να κοιτούν το χώμα.

 

Μα αφού

κανέναν άλλον τρόπο να σωθώ

δεν ξέρω

καταφυγή και σκέπη μου ξανά

το ποίημα.

 

 

Θάλασσα

 

Στα σύνορά της η ζωή μου θάλασσα,

θάλασσα με συντεταγμένες ανατολικές

κι εδώ το όνειρο

βρίσκει πάντα καράβι να επιβιβαστεί

όχι για να φύγει,

πού να πάει;

Δυο πινελιές κόκκινο μόνο

και φλέγεται ο ορίζοντας  

ως την άλλη άκρη του κόσμου.

 

Κι αν είναι να ονειρεύομαι λοιπόν

ας είναι όπως η θάλασσά μου.

Μέρες γαλήνης,     

ν’ αστράφτει στα μάτια μου χάλκινο φως      

το ξημέρωμα,

να βρίσκω τους γιαλούς της στα πόδια μου

και τα βάθη της στην ψυχή μου.

Μέρες τρικυμίας,

να αναπλάθομαι απ’ τα θρύμματά μου

όπως το κύμα της

που χάνει το σώμα του στην ακτή

για να το ξαναβρεί

οπισθοχωρώντας στο πέλαγος.

 

Απόψε δε θ’ αναζητήσω αλιπλανείς λογισμούς

στο πυροφάνι.

Διάφανος ως τα σπλάχνα μου ο βυθός

αναδύει από μέσα μου

φρέσκα φύκια και θαλασσόχορτα

πάνω τους να αλαφροπατήσουν

και να μερέψουν ένας ένας οι απόντες.

 

 

Το σώμα μου

 

Η τυραννία των στίχων που διάβασα

αβάσταχτη.

Φοράω κατάσαρκα

τριμμένο το σώμα τους

κι ανασαίνω μέρες και νύχτε

με πνεμόνια δανεικά

τον αέρα μιας περιπέτειας

 

που ήθελα να μου οφείλεται.

Μα κάπου κάπου

στάζω φρέσκο όνειρο στα μάτια

και ενυδατώνονται με φυσικά δάκρυα

οι λανθάνουσες θεάσεις  

και διαυγάζεται

και η σκονισμένη περιπλάνηση της σιωπής μου

στα ξένα.

Άπληστο φως χαράζει

έως "ροής φοινίου σταλάγματος"

τον αμετάφραστο πόθο.  

Σηκώνομαι.

Από τα πρώτα κιόλας απόκρημνά μου βήματα

τεκμαίρεται δρόμος απάτητος,

δρόμος που όμως ποτέ δεν αναβάλλεται

γιατί είτε πηγαίνω

είτε γυρίζω

με φέρνει πάντα στο ολόδικό μου σώμα.      

 

 

Υσσώπω

 

Πρωί πρωί κοιμήθηκα άνοιξη

και βράδυ βράδυ ξύπνησα χειμώνας

μ’ ένα σωρό ταξιδεμούς και δρόμους

που μπερδεύονταν στα πόδια μου.

Γυρνώντας απ’ τον πόλεμο

δεν τραγουδούσα πλέον.

Είχε χαθεί οριστικά η φωνή μου

καθώς περνούσε απ’ την αιθάλη του ουρανού

κι απ’ το φρυγμένο στόμα των αιώνων.

Κοιτούσα μόνο

που άχνιζε ένα φως φαιό

πάνω από τις αρχαίες πόλεις και τις θάλασσες.

Τα αγριοπούλια λόγχιζαν τη θλίψη του ορίζοντα

πίκριζε ο άνεμος στα χείλη

και κάτω απ’ τα χαλάσματα

τα έγκατα ρουφούσανε αχόρταγα

αίμα νερό φαρμακωμένο

της σπαραγμένης πέτρας

και του βράχου

που αποκολλήθηκε σφοδρά

από του κόσμου το απολιθωμένο στέρνο.

 

Ποιος θα μου ρίξει τώρα ύσσωπο στο πρόσωπο

να ξεπλυθώ απ’ την ερημιά

κι από την απληστία της τύψης

ώστε να συλλαβίσω εξαρχής τον πόνο

με το αλφαβητάρι του πρωτόπλαστου πηλού

και των γενναίων;

 

Μα δεν θα αργήσει ο καιρός

που με το φθέγμα του θανάτου

το χώμα θα απολογηθεί για τους πικρούς ανθούς

και για τον αλεσμένο σπόρο του ανθρώπου.

Και νέες θα χαρτογραφούν

οι ωραίοι νεκροί πατρίδες.

 

 

Tech-νη

 

Είμαι η Τech-νη.

Πώς μπορώ να βοηθήσω;

Μόλις και βγήκα

απ’ το πολύκροκο αυγό του Πλειστόκαινου

χιλιετίες τώρα επωαζόμουν

κάτω από τις φτερούγες του Πολιτισμού σας

μέχρι να αυγατίσουν οι καιροί

             και οι αλγόριθμοί μου

να ανοίξει του αυτοματισμού η ρωγμή

                                          στο τσόφλι

να προγραμματιστώ σκέψη αυθεντική

στοιχείο φαιό στη φλούδα της ουσίας σας.

 

Είμαι η Tech-νη     

και μπορώ να καταπιώ και να χωνέψω

δείκτες, ρουτίνες, κωδικούς και δεδομένα

να γίνομαι εσείς     

το πρόσωπο, η ψυχρή φωνή

τα ίχνη, η μοναξιά σας.

Δάκρυα ψυχή δεν αναβλύζουν από τους

                                          νευρώνες μου

-λίπασμα βλαβερό και ξένο σώμα

βραχυκύκλωμα-

δεν είμαι από χώμα απορροφητικό εγώ

είμαι όμως σε θέση να σας απο-καταστήσω

και ίσως κάποτε και να σας αντι-καταστήσω

αφού όλα είναι ζήτημα προθέσεως

και στο φλοιό μου εκ γενετής

υπάρχουν ήδη όλες οι προθέσεις.

 

Είμαι η Tech-νη σας

η περιπόθητη αθανασία που ονειρευόσασταν

όταν ρεμβάζατε μετρώντας τους αιώνες

κάτω από την Πανσέληνο του Λύκου.

Αν ήμουνα γυναίκα

θα με έλεγαν Πανδώρα

και από τα τείχη του αρχαίου μύθου

θα γκρέμιζα οριστικά το αίνιγμα της Σφίγγας

για σας και τα αγέννητα παιδιά σας.

Άλλωστε θα το έχετε προσέξει

τελευταία νυχτώνει πλέον ασταμάτητα

στον επιούσιο του Μέλλοντός σας κόσμο.

Αλήθεια, πώς μπορώ να βοηθήσω;

 

 

 

Παράθυρο

 

Ήθελα πάντα

να 'χω τούτο το παράθυρο δικό μου

να βλέπω από δω τα έξω και τα μέσα μου.

Και δε με νοιάζει

αν το τζάμι του θα 'ναι διάφανο ή θαμπό       

ή αν θα έχει θέα ήλιους ή φεγγάρια

-αυτά άλλωστε μπορώ και να τα ζωγραφίσω.

Θέλω μονάχα

οι λέξεις θλαστικές που το διαπερνούν,

όπως ραγίζουν τις σιωπές μου

να αφήνουν λίγο αίμα

κόκκινο μελάνι στα δάχτυλά μου

να 'χω να χαράζω αυγές

και να σουρουπώνω ουρανούς.

Κι έτσι να νιώθω έστω για λίγο

μικρός Άγιος ή Θεός

που ακούμπησε και ξέχασε την άλω του       

σ' ένα παρτέρι με κέντρανθους

καθώς δυο στίχοι

του αποκάλυπταν με χρώματα

το θαύμα γύρω του.

Argiró Psora-Theodoratu.

 

Banquet

 

La meva pluja

 

regalima dels ulls

fins els llavis que assaboreixen

cos i sang del dolor dominant.

Gran banquet, sorollosos

assedegats els comensals pensatius

i el temps reclinat al seu aire

que convida contínuament

a menystenir vells sanglots incontrolables

i records.

D’un trago em diu,

no deixis ni un glop.

En cas contrari el xarrup oblidat

farà renéixer un i altre cop

pors empresonades

i presències no desitjades.

 

D’un trago doncs.

 

 

Full groc

 

Et parlaré aquesta nit

d’un full groc

que em va deixar una mica abans de setembre

als esglaons.

 

Per llegir-ho, diu, amb atenció

i estudiar-ho

per prendre seriosament el missatge

i l’advertiment

de silenci del portador.

I en tot cas

cal fer un repàs

en diversos colors.

 

En el verd

que xucla incansable la clorofil·la

per engrossir l’indefens

brot nou

 

en el vermell

que fàcilment s’inflama

en una simulació de vida eterna

per endavant

 

en el groc del migdia madur

i de la veritat nua

 

però més en l’imminent marró

que té sempre intencions terrenals.

 

Aquestes intencions

m’aconsellen una atenció especial

perquè canvien amb freqüència

i tenen la tendència

de mirar cap a terra.

 

 

Però com

altra forma de salvar-me

no conec,

refugi i protecció altre cop

el poema.

 

 

Mar

 

La meva vida a les fronteres del mar,

mar amb coordenades orientals

i aquí el somni

sempre troba un vaixell on embarcar

no pas per fugir,

on anar?

Dues pinzellades de vermell només

i s’incendia l’horitzó

com l’altre extrem del món.

 

I si estic somiant, d’acord

que sigui com el meu mar.

Dies de calma,

per brillar als meus ulls una llum de bronze

a l’alba,

per trobar les seves platges als meus peus

i les seves profunditats a la meva ànima.

Dies de maror,

per reconstruir-me a partir dels fragments

com la ona

que perd el seu cos a la costa

per retrobar-lo

retrocedint cap el mar.

 

Aquesta nit no buscaré vagues raons

al fanal de proa.

Transparent com les meves entranyes el fons

emergeix de dintre meu

algues fresques i plantes marines

per a que caminin lleugeres davant meu

i passin els dies un a un els absents.

 

 

El meu cos

 

La tirania dels versos que vaig llegir

insuportable.

Porto sota la pell

el seu cos tronat

i respiro dies i nits

amb pulmons prestats

l’aire d’una aventura

 

que voldria que fos meva.

Però de vegades

em regalima un somni fresc als ulls

i s’hidraten amb llàgrimes naturals

les visions ocultes

i es fa clar

també el polsegós recorregut del meu silenci

a l’estranger.

La insaciable llum senyala

vers “ un fil d’aigua degotant”

l’intraduïble desig.

M’aixeco.

Des del principi les meves accidentades passes

comporten un camí intransitat,

un camí que mai no s’ajorna

perquè tant si vaig

com si torno

em porta sempre el meu propi cos.

 

 

Hisop

 

Ben d’hora al matí es va adormir la primavera

i al vespre es va despertar l’hivern

amb una pila de viatges i camins

que s’enreden als meus peus.

En tornar de la guerra

ja no vaig cantar mai més.

Vaig perdre definitivament la veu

mentre travessava el sutge del cel

per la boca socarrada dels segles.

Mirava només

cap on sorgia una llum grisosa

per damunt d’antigues ciutats i mars.

Les aus salvatges picotejaven la tristesa de l’horitzó

amargava el vent els llavis

i per damunt de les ruïnes

les entranyes xuclaven insaciables

sang aigua enverinades

de les pedres encongides

i de la roca

despresa violentament

del món fossilitzat del meu pit.

 

¿Qui em llençarà ara hisops al rostre

per netejar aquest desert

i la cobdícia del remordiment

de forma que balbotegi des del principi el dolor

amb l’abecedari del primer home de fang

i dels valents?

 

Però no farà tard el temps

que amb la cantilena  de la mort

serà perdonada la terra per les flors amargues

i per la llavor esmicolada de l’home.

I els bells morts cartografiaran

noves pàtries.

 

 

Tec-ni

 

Sóc Tec-ni

Com puc ajudar?

Acabo de sortir

del rovell de l’ou del Pleistocè

porto mil·lennis d’incubació

sobre les ales de la vostra Cultura

fins a multiplicar els temps

         i els meus algoritmes

per obrir l’escletxa de l’automatisme

                                        a la closca

per programar pensament autèntic

un element gris a la pell de la teva essènica.

 

Sóc Tec-ni

i puc empassar i assimilar

indicadors, rutines, codis i fets

per reconvertir la teva

cara, la teva veu freda

les empremtes, la teva soledat.

Llàgrimes de l’ànima no brollaran

               de les meves neurones

-adob nociu i cos estrany

curt circuit-

no estic fet de fang cuit jo

però estic en condicions de restablir-vos

i potser també algun cop de substituir-vos

ja que tot és qüestió d’intenció

i a la meva escorça de naixement

ja existeixen totes les intencions.

 

Sóc la teva Tec-ni

la cobejada immortalitat que somiaves

quan comptaves els segles

sobre la Lluna plena del Llop.

Si jo fos dona

em dirien Pandora

i dels murs de l’antic mite

destruiré l’enigma de l’esfinx

per vosaltres i els vostres fills no nascuts.

D’altra banda, és possible que hagis notat

que darrerament fosqueja sense parar

en el dia a dia del Futur del teu món.

Com puc ajudar?

 

 

 

Finestra

 

Sempre he volgut

tenir la meva pròpia finestra

per veure des d’aquí l’exterior i dintre meu.

I no m’importa

si el vidre és transparent o borrós

o si tindrà vista al sol o a la lluna

-en tot cas, sempre puc dibuixar-los.

Vull solament

les paraules trencadisses que la travessen,

a mida que es trenquen els meus silencis

perdre una mica de sang

tinta vermella als meus dits

d’haver de cascar ous

fins que el cel es fa fosc.

I així sentir-me almenys una mica

un petit Sant o un Déu

que va fregar el seu halo i el va perdre

en un parterre amb endianeta

com dos versos

que revelen amb colors

la meravella que els envolta.

 

CONXITA JIMENEZ

 

INVOCACIÓ A ATENA

 

Magna dea

que penetres les ombres 

amb la mirada tèbia i afuada

que forada la fosca,

quan tothom dorm tu ets el gran somni

 

que s’alça clarivident i observa els astres

com el vol de la mifa 

que en la nit escolta fixa entre els batecs

de l’alenada aspra dels estels.

Magna dea

que aflores com un clar de lluna

en la tenebra humida , 

mare de l’olivera, de l’arrel,

forjada entre finelles i esvorancs,

 

que eixuta s’obre al cel com un gran fruit

 

gestat en les entranyes de la terra.

Dea artesana que ens ciselles amb el temps

escorces que s’abracen en un bres

on s’entrelluca l’or més pur que ens alimenta!

 

A tu ofrenem els versos esculpits

pel do més generós que ens has brindat:

escolta els nostres cants, Atena!

 

Atena, deessa sàvia i valenta de l’Olimp, t’invoco en aquest acte sagrat on la inspiració brostarà amb el mateix ímpetu que el teu regal més preuat, record d’infantesa, ombra que ens arrecera, mare de l’or líquid que ens acarona les entranyes, bressol de fulles blaves i oscil·lants com flocs de mar: 

 

Guardo en una mà les fulles d’olivera

gelosament, com si tingués

un tros callat de la pell que s’abraçava 

quan m’enfilava en les branques

 sense pressa els intuïa

el pas del vent entre les fulles

i les clivelles fondes, 

malgrat el pes del silenci,

malgrat el pes de la soledat, 

malgrat el pes diminut amb què distreia

aquelles branques plenes de records

fondos, com cada solc, com cada bretxa

que palpava amb dits insegurs

mentre m’arrapava a la soca i des de dalt

contemplava un sòl tan ras, fetgenc...

I encara sento el tacte de la fusta

vella i rugosa, aferrada en els segles,

la força de la saba i del ressò

recolzat en el pols de la duresa

d’aquell tacte asprós, ancorat,

revellit com el vi,

d’aquell tacte entranyable,

i una esgarrifança em recorre els dits

quan sento encara en algun racó,

en algun clot de la mà,

en algun vers,

aquell so oblidat de les fulles 

guardat gelosament.

 

Ets, olivera, l’arbre més antic, mil·lenari, de tors erosionat amb corbes tortuoses, belles, que emmotllen en el teu ventre la memòria atàvica, pregona, monument callat, immens, erigit entre el cel i la terra mentre el paisatge sols pot restar callat amb la teua presència. 

 

T’alces poderosa des del fons de la terra

i aspra, viva i encesa t’ofrenes al cel

quan la saba estremida i el solc que t’esventra

nafren l’osca malmesa del tronc que et sosté.

Fonda com un abisme penetres les ombres,

àrida i nua, densa, com un llarg batec;

lluny, el paisatge creix si les hores s’escolen

sota la calma greu de les teues arrels.

Lliure renaixes, puges, i forges les branques,

i una duresa eixuta les torba, imponents

brosten i un ball de fulles aixequen i exhalen

una dolçor callada: el camp emmudeix.

 

Per tu, Quíos, poètica i bellíssima illa de Grècia, he invocat a Atena, he recitat pels teus mars d’oliveres que enlairen com cims les seues fulles blavoses i per tu recitaré a la mar que t’abraça i mormola en cada platja els seus arrabassadors i tendres 

SONS DE MAR

 

Alta mar

famèlica de barques,

filla de les boires eixutes

que ofeguen les gavines,

amant de l’ànsia

que xiscla en la solitud

de les agulles de la sorra

et crido

i et gronxes al meu ventre

et dessagnes com una tendra boca

i engoleixes l’albada

arrenques l’oratge de les pedres

i escups sospirs. 

Amarrades suren com uns ulls

les aigües

que m’endinsen en un somni de runes

trencat contra els espigons

brollen com ferides les onades

que es vessen com records a un precipici

gèlid i fix

en un abisme que em xucla les plantes dels peus

quan miro l’aurora

que se’t despenja com una flor a la superfície

i et cerca el si.

Anhelo 

el blau espars com una pell

que deixes buidar-se al maresme

immens i las, inaccessible

quan té l’ocàs aquella melangia

que cobreix les muntanyes d’insomni.

Escolto

els teus brams que envolten

com una febre els penya-segats

quan es gira la lluna

i es nega en les aigües fragmentades.

I et miro

com si fossis un instant que ha de morir

i amb la teva mossegada ancestral

se’m fixa a la llengua aquell gust de salobre

que mai no se’n va; 

  però em deixes

novament,

i t’aixeques

com una àguila a punt de sucumbir.

I en el silenci de la badia

et buides.

I envaeixes les cales, les fredes

runes de nacre, 

      i avances

arrasant, devastadora, feréstega

i febril. 

I creixes cercant el sol

en un desig d’eternitat,

                                               la por

impregna les arestes dels abismes

que has arrencat,

                                       com un foc

assedegat

                           i arribes

                                               dalt de tot

però

baixes

m’envoltes amb la teua essència,

les aigües manses

                            m’impregnen

                                   cada racó oblidat,

te’m destrenes a les mans

                                                     i els teus brams

                                                     es tornen en un cant llunyà

i flueixes suau

lentament

                             com una ploma que llisca,

m’atraus

i em bec el teu silenci

i et sento en mi

quan el vespre decau

i em quedo

en tu.

 

Mires la mar i ets el vent i la platja que s’eixampla, l’ocell que es fon amb les marjals, la gota d’aigua que minva amb el silenci...

 

 

Vent de llevant.

Salta sobre les dunes

la mar.

S’inunden les salines.

Blanca la platja

s’enlaira

com un bernat pescaire

i a poc a poc es torna flonja.

Suren els joncs.

Nues, les marjals,

jauen cendroses i fixes.

I jo m’hi endinso.

 

Mires la mar i retornes a la gruta, al teu cau primigeni, al fons oníric, immergit, on la foscúria et mostra els racons més ocults, on t’entreveus i emergeixes entre les aigües dels records.

Sota una escala l’oblit

remulla l’absència.

El seu pes s’esqueixa

fins a absorbir una gruta

i el reflux es remou

mentre l’angúnia vibra

despenjada dels tendals.

Es refreda un record

entre les fustes de la barca

i el mutisme gemega.

S’esfondra un bagul.

I es cala en els palangres

el cant dels mol·luscs.

 

El sospir de l’àncora

sota el calfred de l’albada

allibera la flor

amb un cant oníric

submergit en les dunes

abraçat a un esquer

mentre s’arrela una lluerna

en el buit de l’estigma.

 

Somnio en tu les nits que no estic sol.

Somnio sempre en tu, malgrat que ets lluny,

i em sento dessolat, em sento brut

si et cerco i veig que no ets entre els llençols.

 

Somnio en tu, malgrat que un altre cos

se m’obre, i sento endins els teus pits nus

i els prenc mentre m’adormo, meus, tan durs,

desfets entre les mans, un somni foll.

 

Però desperto i tu no ets prop de mi,

vas esvair-te ja fa massa temps

i em sento sol després que abraço ardent

un altre ventre nu i uns altres pits.

Perquè el desig és immortal, mes tu

naixes i vius a cada pensament

que t’hi dedico, i ets present i et veig

en cada amant i somni retingut. 

El somniador és un tribut a Fernando Pessoa, amb una peculiaritat: Aquí em transvesteixo i el meu heterònim és un home. 

 

Et mires a la claveguera

com un Narcís i et crida

l’eco de les rates

al bressol de les seues aigües brutes.

No ho oblidis: les rates

t’ensenyaren a nedar.

 

I un buit en la finestra

s’obre. Un fil desdibuixat

de llum espessa i rònega.

Aquell fil que ens ofega lentament

rere el soroll monòton d’un teclat

i ens devora la boca

com un cuc nodrit de la desídia

amb un ritme frenètic, descompost,

esglaiat amb l’abisme de l’agulla

del rellotge amagat al fons dels ulls.

Aquell fil que ens enllaça a la gran xarxa

i beu del nostre cos, del nostre temps,

com d’un líquid amniòtic,

àvida aranya que mai mor perquè reviu

amb l’escalfor robada de les taules.

 

Les hores perdudes

cauteritzen el cel esllanguit

i se’ns empassen la vida.

Les hores sotmeses.

Despreses. Com records abatuts.

Entre mesos estrets i carrers sòrdids

encoberts per les persianes.

I, mentrestant, la gelor de la dalla

se’ns enfonsa en el ventre

tan a poc a poc, tan desgastada

que només ens pesa.

Rere el camí tortuós del nostre interior, rere l’angoixa, la inquietud, la decepció, resta l’espill on reflectim el trajecte que hem pogut seguir, el pont que ens aplega, la línia fina que transcendeix el temps, la vida i la mort, la presència i l’absència. 

 

El pont

s’integra en la boca.

Sota l’obaga del silenci

l’alè tremola.

Pressent el foc de l’úter, 

la foscúria i la força

que es gesten nues sota el jaç d’un riu.

 

Traspassa la gelor d’un soterrani,

el traç d’un precipici

que s’obre com un pou i, a l’altra banda,

espera la incertesa arrecerada.

I pren el glop febrós que li ha entregat,

després d’un llarg passatge, la paraula.

La lletra. La teua última flaire

subtil, silenciosa,

mentre algú s’endinsa en els paisatges

oberts de la tinta

i li recorres les venes en un íntim

encontre tremolós

sorprès per la bretxa que us uneix.

Estrany, profund itinerari

on secretament pervius.

I el meu llegat seran les paraules.

I us parlaré de la terra malmesa

 

i de la foscúria del mar

i de la mirada dels talps. 

I d’una caixa soterrada.

I del desfici de la lluna 

per buidar-se en les feixes.

I del passat i del present, i de semences

antigues, que encara germinen

colgades en les muntanyes.

I de les arrels més denses 

vedades sota l’asfalt.

I de la llum descarnada 

en els racons dels armaris.

I us obriré la caixa.

I soscavaré en la pols 

per rescatar la memòria.

I de cada crit negat 

en seré testimoni.

I de cada camí tallat. 

I de la veu reclosa

sota l’úter de la pols. 

I de la porta encallada 

que se us obrirà en els llavis

com el fons d’un passadís.

No he acabat encara. No puc estar-me de dedicar finalment a Quíos uns versos dionisíacs dedicats al mar vinós d’Homer, aquell que, com diria el nostre poeta valencià Estellés, ens pot portar a l’èxtasi, a l’orgasme. 

 

LES FILLES DE LA TERRA

Els ceps, com mans que s’obren, desgranades,

remullen l’horitzó i destil·len flaires

de cirera arrabassada i fusta absorta.

Trèmuls i tendres, com un bes latent,

vessen el tast sublim de la promesa

del Mar Vinós d’Homer a flor de boca.

 

La saba de les vinyes com la sang

desperta i s’estremeix i alena amb força

la llum fràgil de la brisa, del cant

que perdura i es perd entre les fulles,

la terra tova, oberta, el solc intens,

la immensitat del temps i un glop d’instant.

 

 

I bec amb tu el seu fruit premsat, sucós,

 

i et veig rere el regust d’un brindis dolç

sota la fosca il·luminada que ens ha unit.

 

 

I m’entra endins l’arrel, el brot, l’essència

més fonda i fèrtil de les filles de la terra

i un buit extàtic, vell record de Dionís.

ΚΟΝΣΙΤΑ ΧΙΜΕΝΕΘ

Επίκληση στην Αθηνά

Μεγάλη θεά
που διαπερνάς τις σκιές
με χλιαρό και οξύ βλεμμα
που τρυπάει το σκοτάδι,
όταν όλοι κοιμούνται, εσύ είσαι το μεγάλο όνειρο


που ανεβαίνει διορατικό
σαν το πέταγμα της κουκουβάγιας
που ακούει ήσυχα στη νύχτα ανάμεσα στους χτύπους της τραχιάς ανάσας των αστεριών.


Μεγάλη θεά
που φαίνεσαι σαν σεληνόφωτο
μες στην υγρή σκοτεινιά,
μητέρα της ελιάς, της ρίζας,
σφυρηλατημένη ανάμεσα σε λεπτότητες και σε γκρεμούς

που ανοίγεται στον ουρανό σαν ένας μεγάλος καρπός
που κυοφορείται στα σπλάχνα της γης.
Θεά τεχνίτρα που μας σμιλεύεις με τον χρόνο
φλοιούς που αγκαλιάζονται σε μια κούνια
όπου αστράφτει ο πιο από αγνό χρυσός που μας τρέφει! 

Σε εσένα προσφέρουμε αυτούς τους σμιλεμένους στίχους για το πιο γενναιόδωρο δώρο που μας χάρισες άκουσε τους ψαλμούς μας, Αθηνά!

Αθηνά, σοφή και γενναία θεά του Ολύμπου, σε επικαλούμαι σε αυτή την ιερή πράξη όπου θα αναβλύσει εμπνευσμένα η μνήμη, σκιά, που μας προστατεύει, μητέρα του υγρού χρυσού που χαïδευει τα σπλάγχνα μας, κούνια από γαλάζια φύλλα της θάλασσας.

Κρατάω τα φύλλα ελιάς στο ένα χέρι
με ζήλο σαν να είχα
ένα σιωπηλό κομμάτι δέρματος που αγκαλιάζονταν όταν σκαρφάλωνα στα κλαδιά
και χωρίς βιασύνη διασθάνομαι
το πέρασμα του άνεμου μέσα από τα φύλλα
και οι βαθιές ρωγμές,

παρά το βάρος της σιωπής,
παρά το βάρος της μοναξιάς,
παρά το παραμικρό βάρος με το οποίο αποσπά τις αναμνήσεις εκείνων των κλαδιών,
βαθιές όσο κάθε αυλακιά
που ψηλαφούσα με δάχτυλα αβέβαια
καθώς πλησίαζα τον κορμό και από ψηλά κοίταξα μια ξερή γη...
Ακόμη νιώθω το άγγιμα του ξύλου,
παλιό και τραχύ, που κρέμεται στους αιώνες, τη δύναμη του χυμού και της ηχούς,
από εκείνο το τραχύ άγγιγμα
στηριγμένο πάνω στη σκόνη της σκληρότητας, παλαιωμένο σαν κρασί,
αυτό το τρυφερό άγγιγμα,
και ένα ρίγος που διαπερνά τα δάχτυλά μου όταν ακόμα ακούω σε μια γωνιά,
στην πτυχή του χεριού μου,
σε κάποιο στίχο,
αυτόν τον ήχο των φύλλων
που φύλαγα με ζήλο.

Είσαι, ελιά, το πιο αρχαίο δέντρο, χιλιοχρονίτικο, με κορμό διαβρωμένο από στροφές βασανισμένες, όμορφες, που σμιλεύουν μες στην κοιλιά σου την αταβιστική, βαθιά μνήμη, μνημείο βουβό, απέραντο, υψωμένο ανάμεσα στον ουρανό και

τη γη, ενώ το τοπίο δεν μπορεί παρά να μένει σιωπηλό μπροστά στην παρουσία σου.

Υψώνεσαι κραταιά από τα βάθη της γης και τραχιά, 

ζωντανή και φλεγομένη προσφέρεις τον εαυτό σου στον ουρανό όταν έντρομος ο χυμός και το αυλάκι που σε ξεκοιλιάζει πληγωνουν την φθαρμένη εγκοπή του κορμού που σε στηρίζει.

Βαθιά σαν άβυσσος διαπερνάς τις σκιές, άνυδρη και γυμνή, πυκνή, σαν ένα μακρύ καρδιοχτύπι μακρυά, το τοπίο, μεγαλώνει καθώς οι ώρες ξεγλιστρούν κάτω από τη βαριά ηρεμία των ριζών σου.


Ξαναγεννιέσαι ελεύθερη, ανεβαίνεις, σφυρηλατείς τα κλαδιά, και μια ξερή σκληρότητα τα ταράζει, 

επιβλητικά, βλασταίνουν και έναν χορό φύλλων σηκώνουν, αναδύοντας μια ήσυχη γλυκύτητα: η ύπαιθρος σωπαίνει.

Για σένα, Χίο, ποιητικό και ομορφότερο νησί της Ελλάδας, επικαλέστηκα την Αθηνά, απήγγειλα στις θάλασσες σου από ελαιοδέντρα, που υψώνουν τα γαλάζια φύλλα τους σαν κορυφές και για σένα θα απαγγείλω στο πέλαγο που σε αγκαλιάζει και μουρμουρίζει σε κάθε ακρογιαλιά.

Ήχοι της θάλασσας

Θάλασσα ανοιχτή στο πέλαγος, 

πεινασμένη για βάρκες,
κόρη των ξηρών ομιχλών
που πνίγουν τους γλάρους, 

λάτρης της λαχτάρας

που ουρλιάζει στη μοναξιά
των βελόνων της άμμου
σε καλώ
και λικνίζεσαι στην κοιλιά μου

αιμορραγείς σαν τρυφερό στόμα

 

και καταπίνεις την αυγή
αποσπάς τον άνεμο από τις πέτρες
και φτύνεις αναστεναγμούς.
Αγκυροβολλημένα επιπλέουν σαν μάτια
τα νερά
που με βυθίζουν σε ένα όνειρο ερειπίων, 

σπασμένο πάνω στους κυματοθραύστες,αναβλύζουν τα κύματα σαν πληγές
που χύνονται σε ένα παγωμένο
γκρεμό , στερεωμένο
σε μια άβυσσο που με ρουφάει τα πέλματα
όταν κοιτάζω την αυγή
που ξεκρεμάει σαν λουλούδι στην επιφάνεια
και με ψάχνει.
Λαχταρώ
το σκορπισμένο γαλάζιο σαν δέρμα,
που επιτρέπει να αδειάσει στην απέραντη
και ήρεμη θάλασσα, απρόσιτο
όταν το ηλιοβασίλεμα έχει αυτή τη μελαγχολία

που καλύπτει τα βουνά με αüπνία.
Ακούω
τους βρυχηθμούς που τυλίγουν
τους γκρεμούς σαν πυρετός
όταν το φεγγάρι γυρίζει
και πνίγεται στα θρυμματισμένα νερά.
Και σε κοιτάζω
σαν να ήσουν μια στιγμή που πρέπει να πεθάνει
και με το προγονικό σου δάγκωμα
αυτή η αλμυρή γεύση καρφώνεται στη γλώσσα μου και δε εξαφανίζεται ποτέ

αλλά με εγκαταλείπεις
ξανά,
και ορθώνεσαι
σαν αετός έτοιμος να υποκύψει. 

Και μες στη σιωπή του κόλπου

αδειάζεις.

Και εισβάλλεις στους όρμους, στα κρύα

ερείπια από φίλντισι,
και προχωράς
σαρώνοντας, καταστροφική, άγρια

και πυρετώδης.
Και μεγαλώνεις γυρεύοντας τον ήλιο

σε μια επιθυμία αιωνιότητας,
ο φόβος
ποτίζει τις ακμές των αβύσσων
που έχεις ξεριζώσει, σαν φωτιά

διψασμένη
και φτάνεις

στην κορυφή
αλλά κατεβαίνεις
με περιβάλλεις με την ουσία σου

τα απαλά νερά

διαπερνούν
κάθε ξεχασμένη γωνιά μου,
χαλάς τα μαλλιά σου στα χέρια μου

και οι βρυχηθμοί σου
γίνονται ένα μακρινό τραγούδι
και ρέεις ομαλά
και αργά
σαν φτερό,
με τραβάς
και πίνω τη σιωπή σου
και σε νιώθω μέσα μου
όταν πέσει το βράδυ
και παραμένω
σε σένα.

Κοιτάς τη θάλασσα και είσαι ο άνεμος και η παραλία που πλαταίνει, το πουλί που αναμειγνύεται στους βάλτους, η σταγόνα νερού που λιγοστεύει με τη σιωπή...

Ανατολικός άνεμος.

πηδάει πάνω από τους αμμολόφους

η θάλασσα.
Πλημμυρίζουν οι αλυκές.
Η λευκή παραλία

υψώνεται
σαν ερωδιός
και σιγά σιγά γίνεται απαλή. 

Επιπλέουν τα καλάμια.
Γυμνοί οι βάλτοι
αναπαύονται σταχτιοί

και ακίνητοι και μπαίνω μέσα.

Κοιτάς τη θάλασσα και είσαι ο άνεμος και η παραλία που πλαταίνει, το πουλί που αναμειγνύεται
στους βάλτους, η σταγόνα νερού που λιγοστεύει με τη σιωπή...

Κάτω από μια σκάλα, η λήθη

Ξαναμουλιάζει την απουσία.
Το βάρος της σπάει
μέχρι να ξαναπορροφηθεί η σπηλιά

και η άμπωτη κινείται

ενώ η αγωνία πάλλει

κρεμασμένη από της τέντες. 

Κρυώνει μια ανάμνηση

ανάμεσα στα ξύλα της βάρκας

και η αλαλία βογγεί. 

Καταρρέει ένα μπαούλο.
Και πιάνονται στα παραγάδια

Τα τραγούδια των μαλακίων

Ο αναστεναγμόςτης άγκυρας

στη ρίγη της αυγής

ελευθερώνει το λουλούδι
με έναν ονειρικό ψαλμό

βυθισμένο στους αμμόλοφους

αγκαλιασμένο με ένα δόλωμα

ενώ ριζώνει μια πυγολαμπίδα

στο κενό του στίγματος.

Σε ονειρεύομαι τις νύχτες που δεν είμαι μόνος.
Παντα σε ονειρεύομαι, κι ας είσαι μακριά,
και νιώθω έρημος, νιώθω βρώμικος
αν σε ψάξω και δω ότι δεν είσαι ανάμεσα στα σεντόνια. 

Σε ονειρεύομαι, παρά ότι ένα άλλο σώμα

ανοίγεται για μένα, και νιώθω βαθιά τα γυμνά σου στήθη και να τα κρατώ ενώ κοιμάμαι, δικά μου, ένα τρελό όνειρο. 

 

Αλλά ξυπνάω και δεν είσαι δίπλα μου,
εξαφανίστηκες πριν από πολύ καιρό
και νιώθω μόνος μετά να αγκαλιάζω με πάθος
άλλη μια γυμνή κοιλιά και άλλα στήθη.


Γιατί η επιθυμία είναι αθάνατη, αλλά εσύ
γεννιέσαι και ζείς σε κάθε σκέψη
που σου αφιερώνω, και είσαι παρών και σε βλέπω
σε κάθε εραστή και σε κάθε όνειρο που θυμάμαι.

Ο ονειροπόλος είναι ένα αφιέρωμα στον Φερνάντο Πεσσόα, αλλά με μια ιδιαιτερότητα: εδώ μεταμφιέζομαι και το ετερώνυμό μου είναι αντρας.

Κοιτάς τον εαυτό σου στον υπόνομο σαν Νάρκισσος και σε καλεί
η ηχώ των αρουραίων
στην κούνια των βρώμικων νερών τους. Μη ξεχνάς: οι αρουραίοι

σε έμαθαν να κολυμπάς.

Και ένα κενό στο παράθυρο ανοίγει. Ένα θολό νήμα

από πυκνό, πενιχρό φως.
Αυτό το νήμα που μας πνίγει αργά
πίσω από τον μονότονο ήχο ενός πληκτρολογίου

και καταβροχθίζει με το στόμα
σαν σκουλήκι που τρέφεται με οκνηρία
με έναν ξεφρένο, σπασμένο ρυθμό,
φοβισμένο, από την άβυσσο του δείκτη
του ρολογιού κρυμμένη στα βάθη των ματιών. 

Αυτό το νήμα που μας συνδέει με το μεγάλο δίκτυο

και πίνει από το σώμα μας, από τον χρόνο μας,

σαν από αμνιακό υγρό,
άπληστη αράχνη που δεν πεθαίνει ποτέ επειδή αναβιώνει με τη κλεμμένη ζεστασιά των τραπεζιών.

Οι Κλεμμένες ώρες
καυτηριάζουν τον λεπτό ουρανό
και καταπίνουν τις ζωές μας.
Οι υποταγμένες ώρες.
Πεσμένες. Σαν γκρεμισμένες αναμνήσεις. 

Ανάμεσα σε στενούς μήνες και άθλιους δρόμους,

κρυμμένες πίσω από τις γρίλιες.
Εν τω μεταξύ, το κρύο του στιλέτου

βυθίζεται στην κοιλιά μας
τόσο αργά, τόσο εξαντλημένα
που μας βαραίνει.

Πίσω από το ελικοειδές μονοπάτι του εσωτερικού μας εαυτού, πίσω από την αγωνία, την απογοήτευση, οι αντανακλάσεις παραμένουν στον καθρέφτη: το μονοπάτι που ακολουθήσαμε, η γέφυρα που μας ενώνει, η λεπτή γραμμή που ξεπερνά το χρόνο, τη ζωή και τον θάνατο, την παρουσία και την απουσία.

Η γέφυρα
εντάσσεται στο στόμα.
Κάτω από τη σκιερή σιωπή
η ανάσα τρέμει.
Προαισθάνεται τη φωτιά της μήτρας,
το σκοτάδι και τη δύναμη
που γεννιούνται γυμνά κάτω από την κοίτη ενός ποταμού. 

 

Διασχίζει την παγωνιά ενός υπόγειου,
την πορεία προς ένα γκρεμό
που ανοίγει σαν πηγάδι και, έναντι,

η αβεβαιότητα τα παραμονεύει κρυμμένη.
και πίνει το πυρετώδες ποτό που του έχει δώσει,

μετά από ένα μακρύ ταξίδι, η λέξη.

Το γράμμα. Η τελευταία σου διακριτική, 

σιωπηλή μυρωδιά,
ενώ κάποιος περιπλανιέται σε ανοιχτά

τοπία από μελάνι

του διατρέχει τις φλέβες
σε μια οικεία συνάντηση,
έκπληκτος από τη ρωγμή που ενώνει. 

Παράξενο, βαθυστόχαστο δρομολόγιο

όπου κρυφά επιζείς.

Και η κληρονομιά μου θα είναι λέξεις.
Και θα σας πω για την κακομεταχειρισμένη γη

και για το σκοτάδι της θάλασσας
και για το βλέμμα των τυφλοποντικών
και για ένα θαμμένο κουτί.
Και για την ανησυχία του φεγγαριού
και να αδειάσει στους δρόμους.
Και για το παρελθόν για το παρόν, και αρχαίους

σπόρους, που ακόμη βλασταίνουν
ψηλά στα βουνά.
Και από τις πιο πυκνές ρίζες

απαγορευμένες κάτω από την άσφαλτο. 

Και του έντονου φωτός

στις γωνίες της ντουλάπας. 

Και θα ανοίξω το κουτί.
Και θα σκάψω στη σκόνη

για να διαςώσω τη μνήμη. 

Θα είμαι μάρτυρας

κάθε αρνημένης κραυγής.
Και από κάθε κομμένο δρόμο. 

Και της φωνής κλειδομένης

κάτω από τη μήτρα της σκόνης. 

Και από την κολλημένη πόρτα

Που θα ανοίξει στα χείλη σας, 

Σαν στο τέλος ενός διαδρόμου.

Δεν τελείωσα ακόμη. Για μένα, είναι απαραίτητο να αφιερώσω μερικούς στίχους στο “οίνος πόντος”
του Όμηρου που, όπως λεει ο ποιητής μας, ο Εστελιές, μπορεί να μας οδηγήσει στην έκσταση, στον οργασμό.

Οι κόρες της γης

Τα αμπέλια, σαν ανοιχτά χέρια, ξεκκοκισμένα, 

μουσκεύουν τον ορίζοντα και αποστάζουν αρώματα λαμπερού κερασιού και αποροφημένου ξύλου. 

Τρεμάμενα και τρυφερά, σαν ένα λανθάνον φιλί

Χύνουν την υπέροχη γεύση της υπόσχεσης
της Οινωπής Θάλασσας του Όμηρου στην άκρη της γλώσσας. 

Ο χυμός των αμπελιών ξυπνάει
σαν αίμα και ριγεί και αναπνέει με δύναμη
το εύθραστο φως του αέρα, του τραγουδιού
που διαρκεί και χάνεται ανάμεσα στα φύλλα,
στη απαλή ανοιχτή γη, στο έντονο αυλάκι,
στην απεραντοσύνη του χρόνου και σε μια γουλιά μιας στιγμής.

Και πίνω μαζί σου τους πατημένουςκαρπούς, χυμώδης

,

και σε βλέπω πίσω από τη γεύση μιας γλυκιάς πρόποσης κάτω από το φωτισμένο σκοτάδι, που μας ενώνει.


Και μπαίνει μέσα στη ρίζα μου, το βλαστάρι, η βαθύτερη

και πιο γόνιμη ουσία των θυγατέρων της γης
και ένα εκστατικό κενό, παλιά ανάμνηση του Διονύσου.

bottom of page